Ηγουμένη και Μοναχές από την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου Ανατολής Κισσάβου μετέφεραν τις γνώσεις και την εμπειρία τους στους κατοίκους της περιοχή μας

Άμεση αποδεκτή έγινε η πρόσκληση από την ηγουμένη της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Ανατολής Κισσάβου, μοναχής Θεοδέκτης και των αδελφών της Μονής, για συμμετοχή στην 1η Γιορτή Παραδοσιακών Σπόρων στην Κρήνη Τρικάλων.

Η γερόντισσα και οι μοναχές οι οποίες προάγουν στην Μονή την βιολογική μέθοδο στα κηπευτικά, διατηρώντας πλούτο παραδοσιακών σπόρων επισκέφτηκαν την Κρήνη συμμετέχοντας στην γιορτή, προσφέροντας τις γνώσης τους στην διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών σπόρων αλλά και στην καλλιέργεια βιολογικών προϊόντων. Ταυτόχρονα είχαν την ευκαιρία να διαθέσουν σπόρους στο κοινό, οι οποίοι είναι δυσεύρετοι για πολλούς.

Οι μοναχές της Μονής χρόνια τώρα διατηρούν παραδοσιακούς σπόρους, χάρη στην συμβουλή που είχαν δεχτεί παλιότερα από το π. Πορφύριο, που τις παρότρυνε να τους διασώσουν και να τους διασώσουν. Έκτοτε οι μοναχές καλλιεργούν στους κήπους παραδοσιακές ποικιλίες και το 70% προορίζεται για σπόρους.

Πριν από λίγα χρόνια ήρθαν σε επαφή με τον Παναγιώτη Σαϊνατούδη, ο οποίος συγκέντρωνε παραδοσιακούς σπόρους

Γνωρίστηκαν και για 25 χρόνια διοργάνωναν από κοινού στο μοναστήρι τους την Πανελλαδική Γιορτή Σπόρων του Πελίτι. Μετά το Πελίτι απόκτησε τη δική του γη στην έδρα του και μετέφερε τη Γιορτή Σπόρων του Πελίτι στο Παρανέστι.

Λίγα λόγια για το μοναστήρι

Η Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Χωριό Ανατολή στη Λάρισα βρίσκεται στην κορυφή του Κίσσαβου. Κτίστηκε από τον Άγιο Δαμιανό τον εν Κισσάβω το 1550 μ. χ ο οποίος οργάνωσε κοινοβιακή μοναστική αδελφότητα και παράλληλα ασκήτευε σε παρακείμενη χαράδρα. Το Μοναστήρι ήκμαζε μέχρι πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά κατόπιν ερημώθηκε.
Το 1980 κοντά στο μεταβυζαντινό αρχικό οικοδομικό συγκρότημα, Αγιορείτες Πατέρες άρχιζαν να κτίζουν καινούργια πτέρυγα, την οποία εγκατέλειψαν μετά το 1983. Από τον Ιούλιο του 2000 μ. χ. το μοναστήρι ανέλαβε να αποκαταστήσει μια ομάδα ορθοδόξων μοναχών από διάφορες χώρες: την Ελλάδα, την Εσθονία, την Αμερική, την Αυστραλία, τη Φιλανδία, την Αγγλία, τη Γερμανία, το Λίβανο, τη Ρωσία και την Κύπρο συναντήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στα ερείπια και άρχισαν να χτίζουν τους χώρους όπου ζουν και εργάζονται σήμερα με μικρή βοήθεια από την τοπική κοινωνία, και πολλή από φίλους και γνωστούς.
Μέσα σε δέκα χρόνια κατάφεραν να δημιουργήσουν τον δικό τους μικρό παράδεισο.

Με επικεφαλής την ηγουμένη Θεοδέκτη οι «μοναχές του κόσμου» από το 2000 και μέχρι σήμερα εμπέδωσαν «δια της εργασίας» την νοερά προσευχή την αγάπη για τη ζωή, με αρχές και κανόνες που τους επέβαλε η ανάγκη για αυτάρκεια σε σώμα και ψυχή.
Ζώα, δέντρα, βότανα, λουλούδια και εργαστήρια σε μια έκταση περίπου 200 στρεμμάτων «υπακούουν» στα επιδέξια, πλέον, χέρια των μοναχών οι οποίες 18 ώρες την ημέρα φτιάχνουν την κυψέλη τους έχοντας «απέναντι» πότε τα χιόνια και το κρύο και πότε τους ανθρώπους.
Στην απόλυτη ερημιά, από την εγκατάσταση τους και μέχρι σήμερα διδάσκουν τι θα πει «καθετοποιημένη παραγωγή» με σεβασμό στο περιβάλλον και τον άνθρωπο. Ενώ, ανοίγουν νέους δρόμους που έχουν σχέση με βιολογικές καλλιέργειες και παραδοσιακά προϊόντα. 
Σήμερα παράγουν από τα εκατό ζώα που έχουν (αγελάδες, πρόβατα και γίδια) κάθε είδους τυριών από την απλή φέτα ως την μοναδική γραβιέρα η οποία «ήρθε πρώτη στην έκθεση τροφίμων στο Βερολίνο».Παράγουν, αλοιφές, γλυκά, μαρμελάδες από άγρια φρούτα, σαπούνια, τουρσί, κρασιά, μέλι, τσίπουρό από σύκα, ελιές λάδια, δεκάδες βότανα, ζυμαρικά και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ενώ διαθέτουν και κρέατα, όλα συσκευασμένα.
Και όλα αυτά μόνο με την δική τους προσωπική εργασία και τη βοήθεια απλών μηχανημάτων που έχουν στήσει σε μικρούς πεντακάθαρους χώρους –εργαστήρια.
Παράλληλα έδωσαν και κέρδισαν μια μεγάλη μάχη για την οικολογική διατροφή, την προστασία και διάθεση παραδοσιακών σπόρων και φυσικά την προστασία του περιβάλλοντος, πότε προκαλώντας οι ίδιες σεμινάρια και πότε συμμετέχοντας σε εκθέσεις πώλησης αλλά και ανταλλαγής προϊόντων «χωρίς μεσάζοντες».
Ένα από τα επιτεύγματα που τις κάνει- όπως λένε- περήφανες είναι οι προσπάθειες που καταβάλουν για τον συνεχή εμπλουτισμό της τράπεζας σπόρων που έχουν φτιάξει όπου ο καθένας μπορεί να βρει εκατομμύρια σπόρους για καλαμπόκι, φασόλια, σιτάρι και για κάθε παραδοσιακό προϊόν.