Από τα φοιτητικά χρόνια και την ΠΑΣΠ μέχρι την Κρήτη – Μια φιλία ετών για Χρήστο Τζιώλη και Ανδρέα Γ. Παπανδρέου

εικόνα_Viber_2026-09-05_19-15-04-619

Υπάρχουν φιλίες που γεννιούνται σε μια εποχή και καταφέρνουν να αντέξουν στον χρόνο, ακόμη κι όταν οι δρόμοι της ζωής οδηγούν τους ανθρώπους σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Μια τέτοια σχέση συνδέει εδώ και πολλά χρόνια τον Φαρκαδόνιο Χρήστο Τζιώλη με τον κοινωνιολόγο Ανδρέα Γ. Παπανδρέου, εγγονό του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Παπανδρέου.

Οι δυο τους γνωρίζονται από τα φοιτητικά τους χρόνια. Χρόνια έντονα, γεμάτα συζητήσεις, προβληματισμούς, κοινές αγωνίες αλλά και πολιτική δράση μέσα από την ΠΑΣΠ. Εκεί δημιουργήθηκε μια φιλία που δεν περιορίστηκε στις φοιτητικές αίθουσες και στα αμφιθέατρα, αλλά διατηρήθηκε ζωντανή μέσα στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Πρόσφατα οι δύο παλιοί φίλοι είχαν την ευκαιρία να ξαναβρεθούν στην Κρήτη, σε μια συνάντηση περισσότερο ανθρώπινη παρά πολιτική. Μαζί με την παρέα τους, θυμήθηκαν πρόσωπα, περιστατικά και στιγμές μιας άλλης εποχής, αλλά συζήτησαν και για το σήμερα, για όσα άλλαξαν στην ελληνική κοινωνία και για όσα εξακολουθούν να αποτελούν ζητούμενα.

Η φωτογραφία από τη συνάντηση αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Από δεξιά διακρίνονται ο επιχειρηματίας Παντελής Σπυρλιδάκης, ο κοινωνιολόγος Ανδρέας Γ. Παπανδρέου, ο Πέτρος Παππάς και ο Χρήστος Τζιώλης.

Η συνάντηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και με αφορμή το κείμενο που δημοσίευσε μόλις πρόσφατα ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου στα «ΝΕΑ», στις 5 Σεπτεμβρίου 2026, με τίτλο «Το ελληνικό παράδειγμα: Από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ στη σημερινή κοινωνία». Στο άρθρο του ξεκινά από την ιστορική 3η Σεπτεμβρίου και συνδέει την πορεία της ελληνικής δημοκρατίας και την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ με τα ζητήματα που απασχολούν τη σημερινή κοινωνία.

Διαβάστε το άρθρο του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου στα «ΝΕΑ»:

Το ελληνικό παράδειγμα: Από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ στη σημερινή κοινωνία

Η 3η Σεπτεμβρίου λειτουργεί ως παλίμψηστο της ελληνικής δημοκρατικής πορείας. Το 1843, ο λαός βγήκε στους δρόμους απέναντι στον Οθωνα απαιτώντας Σύνταγμα, μια γραπτή κατάθεση που θα δημιουργούσε μια σχέση εμπιστοσύνης με το κράτος. Δεν αναζήτησε τη στυγνή εξουσία, αλλά συμμετοχικούς κανόνες που θα ίσχυαν εξίσου για όλους, για να μπορέσουν να υλοποιήσουν τα ιδεώδη για τα οποία είχαν δώσει αγώνες μερικά χρόνια πριν με την ζωή τους.

Το 1974, λίγες εβδομάδες μετά την πτώση της δικτατορίας, το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε με την ίδια βαθύτερη αξίωση, μεταφρασμένη στη γλώσσα της εποχής του: εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική συμμετοχή. Και στις δύο περιπτώσεις, το διακύβευμα δεν ήταν ποιος κυβερνά, αλλά με ποιους όρους λογοδοτεί η εξουσία και πώς ο πολίτης μετατρέπεται από θεατή σε ενεργό συμμέτοχο, μέσα στην ίδια του την καθημερινότητα.

Το 2026 βρίσκει αυτή την ιστορική αξίωση να δοκιμάζεται ξανά, με νέα μορφή. Πλέον με ποικίλες πρακτικές απέναντι σε ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας, που τροφοδοτούν έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στο οργανωμένο κράτος και στον λαό ο οποίος μάχεται να συνεργαστεί και να μη χάσει την ελπίδα του και την εμπιστοσύνη του στους θεσμούς της χώρας του.

Διαφαίνεται μια αντιπαλότητα μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης που δεν μοιάζει να πείθει ως δημιουργική, έτσι ώστε οι δύο αντιθέσεις να δημιουργούν νέες συνθέσεις μέσω διαλόγου προς όφελος του τελικού αποδέκτη, του έλληνα πολίτη. Αυτό όμως παρατηρούμε, πέρα από τις κομματικές αντιπαραθέσεις, είναι μια σιωπηλή κοινωνική κόπωση: η αίσθηση αυτή είναι ότι ο πολίτης καλείται και πάλι να παρακολουθεί από απόσταση, χωρίς ουσιαστικά να συμμετέχει στην πολιτική ζωή και στις αποφάσεις που αφορούν τον ίδιο.

Σε αυτήν τη συμβολή κοινωνικών συμβολαίων συναντιέται το ιστορικό αφήγημα με ένα βαθύτερο κοινωνιολογικό ζήτημα: η αξιοκρατία, που δεν μπορεί να υπάρχει τελικώς χωρίς την ενεργό συμμετοχή του πολίτη και της λαϊκής εμπειρίας. Η οποία ξεκινά να μεταδίδεται από το σπίτι μας, τη γειτονιά, το σχολείο και καταλήγει στη Βουλή.

Ομως, πλέον αυτή η κοινωνική αξία στη σύγχρονη κοινωνία έχει αποκτήσει και έναν άλλον παίκτη που ολοένα αποκτά μεγαλύτερο ρόλο στη διαβίβαση της πληροφορίας, τα ΜΜΕ. Και αυτά δυστυχώς στην πλειονότητά τους απ’ ό,τι φαίνεται δεν προωθούν την κοινωνική συμμετοχή αλλά μια θέση «πλαστική» στη δημοκρατία των πολιτών, χωρίς ευθύνες αλλα με τερατοποιημένα δικαιώματα.

Η αξιοκρατία δεν είναι ηθικό σύνθημα – είναι λειτουργία που προϋποθέτει ενεργοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις. Δίχως αυτή την ενεργοποίηση, η αξιοκρατία γίνεται ρητορικό σχήμα: συζητάμε γι’ αυτήν στην κοινωνία αλλά δεν υπάρχει στην ουσία εάν η ίδια η πλειοψηφία στη Βουλή δεν την αναμεταδώσει πάλι στους ψηφοφόρους της, κάνοντας καθημερινά ενεργούς τους πολίτες.

Σε αυτή τη σύνδεση, νομίζω, η ουσιαστικότερη σύνδεση, κοινωνιολογικά, συνολικά αυτού του αφηγήματος: όλοι οι πολίτες είμαστε χρήσιμοι, εφόσον οι κυβερνώντες τολμήσουν και τα κράτη διαθέσουν συστήματα βασισμένα στην κοινωνική ασφάλεια και σε βαθιά συμμετοχικές διαδικασίες. Δεν πρέπει να είναι αφηρημένη ευχή, αλλά δομική προϋπόθεση. Ενας πολίτης που αισθάνεται ασφάλεια – ότι η δημιουργία ενός νοικοκυριού, η ασθένεια, η ανεργία, το γήρας δεν θα τον καταστρέψουν – μπορεί να αναλάβει ρίσκο, να καινοτομήσει, να συμμετάσχει ενεργά χωρίς τον φόβο της απόλυτης πτώσης, όπως δυστυχώς νιώθει σήμερα.

Ενας πολίτης που καλείται πραγματικά να συνδιαμορφώσει – όχι απλώς να ψηφίζει κάθε τετραετία, αλλά να συμμετέχει ενεργά σε θεσμούς, τοπική αυτοδιοίκηση, διαβούλευση, διαμεσολάβηση διαφορών.

Η λαϊκή εμπειρία ουσιαστικά είναι γνώση σε ένα σύστημα συμμετοχής όπως η ευγενής καθημερινή άσκηση για έναν αθλητή. Στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία πολλοί προσπαθούν να παρακάμψουν αυτήν τη διαδικασία, μέσω κάποιων υποτίθεται προνομίων, πτυχίων της, ή διασυνδέσεων ή ακόμη και συνεχών ανούσιων προβολών στα ΜΜΕ. Η συμμετοχή απαιτεί ισορροπία μεταξύ αυτών και εμπειρία λαϊκή που περνά από γενιά σε γενιά. Ετσι αναπτύσσει την αίσθηση ότι η δική του συνεισφορά έχει πραγματικό νόημα. Χωρίς αυτά τα δύο θεμέλια, κοινωνική ασφάλεια και συμμετοχικές διαδικασίες, οι παραγωγικές δυνάμεις μιας κοινωνίας παραμένουν κατακερματισμένες, φοβισμένες ή αδιάφορες – και η αξιοκρατία, όπως και η δημοκρατία, εκφυλίζεται σε σχήμα λόγου.

Η ελληνική Ιστορία, από το 1843 έως σήμερα, μπορεί έτσι να διαβαστεί ως μια διαρκής, ημιτελής προσπάθεια: να χτιστούν θεσμοί αρκετά ισχυροί ώστε ο πολίτης να μη χρειάζεται να βγει ξανά στον δρόμο για να θυμίσει στην εξουσία ότι υπάρχει. Η επόμενη «3η Σεπτεμβρίου» της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι ρήξη ή ανατροπή των πάντων εφόσον τηρηθούν τα δημοκρατικά συμβόλαια που αναφέρονται στον ελληνικό Σύνταγμά μας – θα μπορούσε, ιδανικά, να είναι η στιγμή όπου το κράτος θ’ αποφασίσει επιτέλους να επενδύσει συστηματικά σε ασφάλεια και συμμετοχή, ώστε κάθε πολίτης να μπορεί πραγματικά να φανεί χρήσιμος, όχι επειδή του το επιτρέπουν, αλλά επειδή το σύστημα το προϋποθέτει, αλλιώς πάλι με τεράστιο κόστος θα χρειάζεται το κάθε έθνος να γκρεμίζει και να ξαναφτιάχνει το κράτος εξαρχής.

Ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου είναι κοινωνιολόγος

Πηγή συνέντευξης:tanea.gr








Ads