Μετακινούμενη κτηνοτροφία: Δημιουργεί διεξόδους και προσθέτει αξία
Κοινή πεποίθηση όλων είναι ότι το συγκεκριμένο σύστημα εκτροφής, σε συνδυασμό με το λιβαδοπονικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εντάσσεται ως πρακτική, είναι ένα δίδυμο με προφανή οικονομική, περιβαλλοντική και πολιτισμική αξία.
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Σύμφωνα με τον καθηγητή Γενετικής Βελτίωσης Αγροτικών Ζώων Αντώνη Κομινάκη, από το Τμήμα Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΓΠΑ), η μετακίνηση των παραγωγικών ζώων, ειδικά αυτών που ανήκουν στις αυτόχθονες φυλές της Ελλάδας, προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες όσον αφορά τη μορφολογική προσαρμοστικότητά τους. Πρώτα απ’ όλα, η αντοχή τους σε ακραίες συνθήκες. «Τα ζώα διαθέτουν θερμορυθμιστικούς μηχανισμούς για να αντεπεξέρχονται τόσο στο θερμικό στρες του καλοκαιριού όσο και στο ψύχος του χειμώνα» είπε στην εισήγησή του.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ικανότητα βάδισης. Η μετακίνηση συνεισφέρει στη σκελετική διαμόρφωση των ζώων, δημιουργώντας ισχυρά άκρα και συμβάλλοντας στην ανθεκτικότητα των χηλών/οπλών – δύο καθοριστικά γνωρίσματα για τη διανυόμενη απόσταση σε δύσβατα, επικλινή και βραχώδη ανάγλυφα. Τέλος, η μετακίνηση επιτρέπει την αξιοποίηση της φτωχής βοσκής στο «διάβα» τους. «Η ικανότητα αποτελεσματικής βόσκησης και πεπτικότητας ινωδών ζωοτροφών -θαμνώνες, φρύγανα- επιτρέπει την αξιοποίηση βοσκοτόπων χαμηλής θρεπτικής αξίας, εκεί όπου οι βελτιωμένες φυλές δεν μπορούν να συντηρηθούν» τόνισε ο καθηγητής του Γεωπονικού.
Σύμφωνα με τον Αντώνιο Κομινάκη, η μετακινούμενη κτηνοτροφία είναι μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα τόσο ως παραγωγικό σύστημα κτηνοτροφίας όσο και ως εργαλείο για τη διατήρηση των αυτόχθονων φυλών που απειλούνται, ειδικά σήμερα, που αντιμετωπίζουμε την καταστροφική επέλαση των ζωονόσων. «Η σύζευξη των αυτόχθονων φυλών με τη μετακινούμενη κτηνοτροφία δεν είναι μια γραφική αναδρομή στο παρελθόν, αλλά μια επιστημονικά τεκμηριωμένη, βιώσιμη στρατηγική για το μέλλον των ορεινών περιοχών της χώρας μας» είπε.
Αντώνης Κομινάκης, καθηγητής Γενετικής Βελτίωσης Αγροτικών Ζώων, Γεωπονικό Αθηνών
Προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες
Η Μαρία Καρατάσιου, καθηγήτρια στο Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διευθύντρια του Εργαστηρίου Λιβαδικής Οικολογίας, η οποία συμμετείχε στην εκδήλωση του Δικτύου Μετακινούμενων Κτηνοτρόφων, εκτιμά ότι το λιβαδοπονικό σύστημα της χώρας μας -έκφανση του οποίου είναι η βόσκηση των ζώων στο φυσικό περιβάλλον- προσφέρει σημαντικές οικοσυστημικές υπηρεσίες.
Μια κατηγορία υπηρεσιών είναι οι διάφορες παροχές: το λιβάδι παρέχει τροφή σε διάφορες μορφές, νερό, αλλά και γενετικούς πόρους. Προσφέρει όμως και ρυθμιστικές υπηρεσίες -ρύθμιση κλίματος και υδάτων, δέσμευση άνθρακα και έλεγχο της διάβρωσης των εδαφών-, αλλά και πολιτισμικές υπηρεσίες. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αναψυχή και οικοτουρισμός, αισθητική τοπίου, αισθητικές διαδρομές και πολιτισμική κληρονομιά».
Μαρία Καρατάσιου, καθηγήτρια Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος στο Αριστοτέλειο
Σύμφωνα με τον Αντώνιο Κομινάκη, η μετακινούμενη κτηνοτροφία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένα διαχειριστικό εργαλείο, το οποίο συμβάλλει στην οικολογική ισορροπία και την προστασία των ορεινών τοπίων. Με τον όρο «οικολογική ισορροπία», ο καθηγητής του Γεωπονικού εννοεί την αποφυγή υπερβόσκησης και υποβόσκησης, την προστασία των ορεινών βοσκοτόπων και τη δημιουργία ενός αειφόρου ετήσιου κύκλου. Οσον αφορά τις οικοσυστημικές υπηρεσίες που προσφέρει η μετακινούμενη κτηνοτροφία, σε αυτές ο καθηγητής του Γεωπονικού περιλαμβάνει την πρόληψη δασικών πυρκαγιών, τη διασπορά σπόρων, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την ενίσχυση της φυσικής γονιμότητας του εδάφους.
Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εγκαταλειφθεί περίπου 3.000 εκτροφές
Η Βασιλική Λάγκα, πρόεδρος του Δικτύου Μετακινούμενων Κτηνοτρόφων και ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Γεωπονίας του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδας (Θεσσαλονίκη), και η Μαρία Καρατάσιου (ΑΠΘ) παρείχαν στοιχεία για τον αριθμό των μετακινούμενων κτηνοτρόφων στην Ελλάδα. Σε πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε το Δίκτυο απαντήθηκαν 600 ερωτηματολόγια από μετακινούμενους. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εγκαταλειφθεί περίπου 3.000 εκτροφές και σχεδόν 1 εκατ. αιγοπρόβατα έχουν φύγει από τη μετακινούμενη κτηνοτροφία. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι εκτροφές που μετακινούνταν ήταν πάνω από 13.700, ενώ τα ζώα σχεδόν 2,4 εκατ., στα μέσα του αιώνα περίπου 1,7 εκατ. ζώα μετακινούνταν, το 2020 ήταν περίπου 900.000 και σήμερα είναι πολύ λιγότερα…
Ads



