Η «παγίδα» της 35ετίας στις συντάξεις: Πώς χάνεις εκατοντάδες ευρώ κάθε μήνα
Μείωση-σοκ στις συντάξεις: Τι χάνουν όσοι δεν φτάνουν τα 40 χρόνια ασφάλισης
Χιλιάδες ασφαλισμένοι που επιλέγουν να αποχωρήσουν με πλήρη σύνταξη πριν συμπληρώσουν 40 χρόνια ασφάλισης διαπιστώνουν εκ των υστέρων ότι η απόφασή τους μπορεί να κοστίζει σημαντικά ποσά κάθε μήνα. Παρότι η έξοδος χωρίς «πέναλτι» θεωρείται για πολλούς συμφέρουσα επιλογή, στην πράξη δεν εξασφαλίζει απαραίτητα και το υψηλότερο δυνατό ποσό σύνταξης.
Το κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται στον τρόπο υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης, ο οποίος βασίζεται στους νόμους Κατρούγκαλου και Βρούτση. Με το ισχύον σύστημα, το ύψος της σύνταξης δεν εξαρτάται μόνο από την ηλικία εξόδου, αλλά κυρίως από τα συνολικά έτη ασφάλισης. Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να συνταξιοδοτηθεί νόμιμα με πλήρη σύνταξη στα 62 ή στα 67 έτη, χωρίς μείωση, αλλά να λαμβάνει αισθητά μικρότερες αποδοχές επειδή δεν συμπλήρωσε 40ετία.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική στην ανταποδοτική σύνταξη, δηλαδή στο τμήμα που υπολογίζεται με βάση τις εισφορές και τον μέσο μισθό του ασφαλισμένου. Όσο περισσότερα είναι τα χρόνια ασφάλισης, τόσο αυξάνεται το ποσοστό αναπλήρωσης και κατά συνέπεια το τελικό ποσό της σύνταξης.
Στην πράξη, ασφαλισμένος που αποχωρεί με 35 χρόνια εργασίας μπορεί να έχει πλήρη σύνταξη χωρίς περικοπή, δεν λαμβάνει όμως το ανώτατο ποσοστό ανταποδοτικότητας που προβλέπεται για όσους φτάνουν τα 40 έτη ασφάλισης. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε αισθητή απώλεια εισοδήματος για όλη τη διάρκεια της συνταξιοδότησης.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με ειδικούς στην κοινωνική ασφάλιση, για κάθε έτος που υπολείπεται έως τη συμπλήρωση 40ετίας, ο συνταξιούχος μπορεί να χάνει περίπου 127 ευρώ τον μήνα ανά 1.000 ευρώ συντάξιμου μισθού. Για παράδειγμα, εργαζόμενος με μέσο συντάξιμο μισθό 2.000 ευρώ ενδέχεται να δει τη σύνταξή του μειωμένη έως και κατά 255 ευρώ μηνιαίως εφόσον αποχωρήσει με 35 αντί για 40 χρόνια ασφάλισης.
Ακόμη μεγαλύτερες μπορεί να είναι οι απώλειες για ασφαλισμένους με υψηλότερες αποδοχές, ιδιαίτερα σε πρώην ΔΕΚΟ και τράπεζες. Παλαιοί ασφαλισμένοι που είχαν κατοχυρώσει δικαίωμα εξόδου με 25ετία την περίοδο 2010-2012 και σήμερα μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με 35 χρόνια ασφάλισης, ενδέχεται να χάσουν έως και 381 ευρώ τον μήνα εφόσον δεν συμπληρώσουν 40ετία, στην περίπτωση που ο μέσος συντάξιμος μισθός τους φτάνει τα 3.000 ευρώ.
Ο λόγος είναι ότι το ποσοστό αναπλήρωσης διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τα έτη ασφάλισης. Με 35 χρόνια το ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 37,31%, ενώ με 40 χρόνια φτάνει στο 50,01%, γεγονός που αυξάνει αισθητά την τελική σύνταξη.
Για τον λόγο αυτό, ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης επισημαίνουν ότι όσοι έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν στην εργασία για επιπλέον χρόνια ή να αναγνωρίσουν πλασματικά έτη μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά τις μελλοντικές αποδοχές τους.
Η αναγνώριση πλασματικών ετών αποτελεί μία από τις βασικές επιλογές για όσους επιδιώκουν να συμπληρώσουν 40ετία χωρίς να παρατείνουν σημαντικά τον εργασιακό τους βίο. Ωστόσο, η διαδικασία έχει οικονομικό κόστος, αν και το ποσό που καταβάλλεται εκπίπτει φορολογικά.
Ιδιαίτερα συμφέρουσα θεωρείται η εξαγορά στρατιωτικής θητείας. Για παράδειγμα, με αναγνώριση 20 μηνών στρατού μπορούν να προστεθούν δύο πλήρη πλασματικά έτη ασφάλισης, καθώς ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας υπολογίζεται με ευνοϊκότερο τρόπο σε σχέση με την κοινή ασφάλιση. Αυτό πρακτικά λειτουργεί σαν «έκπτωση» περίπου 20% στην αναγνώριση χρόνου.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι ακόμη και σε περιπτώσεις κατοχυρωμένων δικαιωμάτων εξόδου με παλαιότερα και ευνοϊκότερα καθεστώτα, η συμπλήρωση όσο το δυνατόν περισσότερων ετών ασφάλισης παραμένει καθοριστικός παράγοντας για υψηλότερη σύνταξη.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η μεταγενέστερη εργασία ως συνταξιούχου δεν αρκεί για να καλύψει πλήρως τη διαφορά που δημιουργείται από την πρόωρη αποχώρηση με λιγότερα από 40 έτη ασφάλισης. Η όποια προσαύξηση προκύπτει θεωρείται περιορισμένη και δεν αλλάζει ουσιαστικά το αρχικό επίπεδο της ανταποδοτικής σύνταξης.
Ads



