Κραυγή αγωνίας των Θεσσαλών για την καθυστέρηση των απαραίτητων αντιπλημμυρικών έργων – Ερώτηση της Ελληνικής Λύσης

Έντονη ανησυχία και αγανάκτηση επικρατεί στη Θεσσαλία, καθώς οι πολίτες, οι τοπικοί φορείς και οι παραγωγικές δυνάμεις της περιοχής βλέπουν πως, δύο χρόνια μετά τις καταστροφικές πλημμύρες από τα ακραία καιρικά φαινόμενα «Daniel» και «Elias», τα αναγκαία αντιπλημμυρικά έργα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στάσιμα.

Το ζήτημα έφερε στη Βουλή με ερώτησή του ο Πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, κ. Κυριάκος Βελόπουλος, με αριθμό πρωτοκόλλου 2160/30-12-2025, απευθυνόμενος στους Υπουργούς Υποδομών και Μεταφορών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και Προστασίας του Πολίτη.

Καθυστερήσεις, υποχρηματοδότηση και έλλειψη σχεδιασμού

Στην ερώτησή του επισημαίνεται ότι οι πληγέντες κάτοικοι της Θεσσαλίας ζουν με τον φόβο νέων πλημμυρικών φαινομένων, καθώς τα βασικά έργα αντιπλημμυρικής προστασίας δεν έχουν προχωρήσει με τον απαιτούμενο ρυθμό. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι:

  • Σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα παραμένουν «κολλημένα».
  • Η χρηματοδότηση κρίνεται ανεπαρκής, αφού η Περιφέρεια Θεσσαλίας φέρεται να έχει λάβει μόλις το 10% των αναγκαίων κονδυλίων μετά τις πλημμύρες.
  • Κρίσιμες μελέτες για την αντιπλημμυρική θωράκιση, ακόμη και μεγάλων αστικών κέντρων όπως η Λάρισα, εκπονούνται μόλις τώρα, ύστερα από δεκαετίες απουσίας ουσιαστικού σχεδιασμού.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Πηνειό ποταμό, για τον οποίο – σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται – δεν υπήρξε ολοκληρωμένη μελέτη αντιπλημμυρικής προστασίας για περίπου 20 χρόνια.

Στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής παρέμβασης βρίσκονται και τα μεγάλα έργα ορεινής υδρονομίας, και συγκεκριμένα τα φράγματα σε Ενιπέα, Μουζάκι και Πύλη, τα οποία προβλέπονταν ήδη από σχέδιο του 2014, χωρίς ωστόσο να έχουν υλοποιηθεί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ερώτηση:

  • Η ολοκλήρωση του φράγματος του Ενιπέα θα μπορούσε να προσφέρει έως και 23% μεγαλύτερη αντιπλημμυρική προστασία.
  • Τα έργα ορεινής υδρονομίας θα μείωναν τα φερτά υλικά κατά 54% και την πλημμυρική παροχή κατά 55%.
  • Συνολικά, η αντιπλημμυρική θωράκιση της Θεσσαλίας θα μπορούσε να φτάσει σε ποσοστό έως και 80% σε σχέση με τις συνθήκες που επικράτησαν κατά το φαινόμενο «Daniel».

Παρά τα παραπάνω, η περιοχή παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη, με τις υπάρχουσες υποδομές να μπορούν – σύμφωνα με την Περιφέρεια Θεσσαλίας – να αντέξουν μόλις το 30% του όγκου των υδάτων που δέχθηκε η περιοχή το 2023.

Η απάντηση του Υπουργείου

Στην απάντησή του προς τη Βουλή, το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών διαβιβάζει υπηρεσιακά έγγραφα από τις αρμόδιες διευθύνσεις, στα οποία επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ερώτησης δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες ορισμένων υπηρεσιών, όπως η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων Κατασκευής Υδραυλικών και Λιμενικών Υποδομών.

Η απάντηση, ωστόσο, δεν φαίνεται – σύμφωνα με την κριτική που ασκείται – να δίνει σαφές και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την έναρξη και ολοκλήρωση των κρίσιμων έργων, ούτε ξεκάθαρες απαντήσεις ως προς την πλήρη χρηματοδότησή τους.

Οι Θεσσαλοί πολίτες, οι τοπικοί φορείς και οι παραγωγοί ζητούν πλέον άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις. Η καθυστέρηση στα αντιπλημμυρικά έργα, σε συνδυασμό με την κλιματική κρίση και την αυξανόμενη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων, εντείνει τον φόβο νέων καταστροφών με ανυπολόγιστες συνέπειες για ζωές, περιουσίες, υποδομές και τον πρωτογενή τομέα.

Το μήνυμα από τη Θεσσαλία είναι σαφές: τα έργα αντιπλημμυρικής προστασίας δεν μπορούν να περιμένουν άλλο. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η πρόληψη δεν είναι πολυτέλεια, αλλά όρος επιβίωσης για μια περιοχή που έχει πληγεί επανειλημμένα και σκληρά.

Το άρθρο βασίζεται στο περιεχόμενο της κοινοβουλευτικής ερώτησης με αρ. πρωτ. 2160/30-12-2025 και στην επίσημη απάντηση του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.




Ads