Ακάλεστος το ποίημα του Γ. Αλεξανδρή
Α Κ Α Λ Ε Σ Τ Ο Σ
Ακάλεστος κι απρόσμενος
μου ήρθε μια βραδιά,
ξένος κι εγώ φιλόξενος
τον δέχτηκα φιλικά.
*****************************
Του έστρωσα τραπέζι,
τον κέρασα κρασί
και άρχισε να παίζει
γλυκύτατο βιολί.
*****************************
Λιγώθηκε η καρδιά μου
σε ουράνια μουσική
κι απλώθηκε η χαρά μου
απέραντη στην ψυχή.
*****************************
Του είπα φλογισμένος,
«παίξε το ωραίο σου βιολί,
παίξε και μεθυσμένος
ας φτάσω στο πρωί.
*****************************
Τέντωσε τις χορδές σου
βγάλε χρυσή φωνή,
φωτιά οι δοξαριές σου
με παίρνουν απ΄ τη γη.
*****************************
Στον ουρανό με πάνε
και τ’ άστρα κυνηγώ,
παίξε, τον κόσμο κάνε
σειρήνας σπιτικό».
*****************************
Τραγούδησε και πήγα
σε κόσμους μαγικούς
και πρόλαβα και είδα
παράξενους θεούς
*****************************
που μέρα τραγουδάνε,
τη νύχτα κυνηγούν,
που πίνουν και μεθάνε
αδιάκοπα γλεντούν.
*****************************
Κόρες φανήκαν λυγερές,
ξανθές γαλανομάτες
χορεύουνε πιαστές,
τριαντάφυλλα γιομάτες.
*****************************
Με μέθυσαν στη νύχτα
με μάγεψαν στην αυγή,
κι από τον κόσμο βγήκα
με ζάλη γλυκιά,δυνατή.
*****************************
Κι ως φώτισε η ανατολή
κι ακούστηκαν ψιλές φωνές,
μου δίνουνε γλυκό φιλί
και φεύγουν οι ξωτικιές.
*****************************
Σταμάτησε να παίζει
σε λίγο και το βιολί
και δίπλα στο τραπέζι
βλέπω μικρό παιδί.
*****************************
Και σαστισμένος μένω
μπρος στο ξανθό παιδί,
φοβάμαι δεν του κρένω,
μόνο βλέπω το βιολί.
*****************************
Στο παραθύρι εστήθη
κι ο ήλιος φωτεινός,
σηκώθηκε κι αυτός να φύγει,
παντάξενος ο μικρός.
*****************************
Τον ρώτησα ποιος είναι,
του κράτησα το χέρι,
“ακόμα” του είπα “μείνε,
φύγε το μεσημέρι”.
*****************************
Το βιολί και το κρασί κρατά
και μου τα δίνει γελαστός.
“Είμαι” μου λέει ψιθυριστά
“ο Έρωτας, της Αφροδίτης γιος”.
Ads


