Α Κ Α Λ Ε Σ Τ Ο Σ

Ακάλεστος κι απρόσμενος

μου ήρθε μια βραδιά,

ξένος κι εγώ φιλόξενος

τον δέχτηκα φιλικά. 

*****************************

Του έστρωσα τραπέζι,

τον κέρασα κρασί

και άρχισε να παίζει

γλυκύτατο βιολί. 

*****************************

Λιγώθηκε η καρδιά μου

σε ουράνια μουσική

κι απλώθηκε η χαρά μου

απέραντη στην ψυχή. 

*****************************

Του είπα φλογισμένος,

«παίξε το ωραίο σου βιολί,

παίξε και μεθυσμένος

ας φτάσω στο πρωί.

*****************************

Τέντωσε τις χορδές σου

βγάλε χρυσή φωνή,

φωτιά οι δοξαριές σου

με παίρνουν απ΄ τη γη. 

*****************************

Στον ουρανό με πάνε

και τ’ άστρα κυνηγώ,

παίξε, τον κόσμο κάνε

σειρήνας σπιτικό».

*****************************

Τραγούδησε και πήγα

σε κόσμους μαγικούς

και πρόλαβα και είδα

παράξενους θεούς

*****************************

που μέρα τραγουδάνε,
τη νύχτα κυνηγούν,

που πίνουν και μεθάνε

αδιάκοπα γλεντούν. 

*****************************

Κόρες φανήκαν λυγερές,

ξανθές γαλανομάτες

χορεύουνε πιαστές,

τριαντάφυλλα γιομάτες.

*****************************

Με μέθυσαν στη νύχτα

με μάγεψαν στην αυγή,

κι από τον κόσμο βγήκα

με ζάλη γλυκιά,δυνατή.

*****************************

Κι ως φώτισε η ανατολή

κι ακούστηκαν ψιλές φωνές,

μου δίνουνε γλυκό φιλί

και φεύγουν οι ξωτικιές.

*****************************

Σταμάτησε να παίζει

σε λίγο και το βιολί

και δίπλα στο τραπέζι

βλέπω μικρό παιδί.

*****************************

Και σαστισμένος μένω

μπρος στο ξανθό παιδί,

φοβάμαι δεν του κρένω,

μόνο βλέπω το βιολί.

*****************************

Στο παραθύρι εστήθη

κι ο ήλιος φωτεινός,

σηκώθηκε κι αυτός να φύγει,

παντάξενος ο μικρός.

*****************************

Τον ρώτησα ποιος είναι,

του κράτησα το χέρι,

“ακόμα” του είπα “μείνε,

φύγε το μεσημέρι”.

*****************************

Το βιολί και το κρασί κρατά

και μου τα δίνει γελαστός.

“Είμαι” μου λέει ψιθυριστά

“ο Έρωτας, της Αφροδίτης γιος”.




Ads