Σε άνοδο ρίγανη και τσάι του βουνού
Η ελληνική ύπαιθρος περνά τα τελευταία χρόνια μια αθόρυβη αλλά εξαιρετικά σημαντική μεταμόρφωση.
Του Χάρη Μπερτίδη
[email protected]
Όλο και περισσότεροι παραγωγοί εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές επιλογές και στρέφονται σε καλλιέργειες που μέχρι πριν από μία δεκαετία θεωρούνταν «ειδικές» ή περιορισμένης εμπορικής σημασία.
Τα αρωματικά και τα φαρμακευτικά φυτά βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, με τη ρίγανη και το τσάι του βουνού να εμφανίζουν ιδιαίτερα θετικές προοπτικές, την ώρα που η λεβάντα βιώνει μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της. Οι ανακατατάξεις στην αγορά είναι μεγάλες. Παραγωγοί που επένδυσαν σημαντικά κεφάλαια στη λεβάντα βλέπουν σήμερα τις αποθήκες τους γεμάτες με αδιάθετο αιθέριο έλαιο και τις τιμές να έχουν υποχωρήσει αισθητά. Αντίθετα, η ζήτηση για ελληνική ρίγανη και για τσάι του βουνού αυξάνεται διαρκώς, δημιουργώντας νέα δεδομένα στον αγροτικό τομέα. Η διεθνής αγορά τροφίμων, βοτάνων και φυσικών προϊόντων στρέφεται ολοένα περισσότερο σε προϊόντα υψηλής ποιότητας και αυθεντικής προέλευσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα ελληνικά αρωματικά φυτά διαθέτουν ένα ισχυρό πλεονέκτημα. Το μικροκλίμα της χώρας, η μεγάλη ηλιοφάνεια, τα ορεινά εδάφη και η πλούσια βιοποικιλότητα δίνουν προϊόντα με έντονο άρωμα, υψηλή περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια και εξαιρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Η ελληνική ρίγανη θεωρείται από τις καλύτερες παγκοσμίως. Η υψηλή περιεκτικότητά της σε καρβακρόλη την καθιστά περιζήτητη τόσο στη βιομηχανία τροφίμων όσο και στην παραγωγή αιθέριων ελαίων. Τα τελευταία χρόνια η καλλιέργειά της επεκτείνεται δυναμικά σε αρκετές περιοχές της χώρας, κυρίως στη Θεσσαλία, στη Δυτική Μακεδονία και σε ορεινές ζώνες της Στερεάς Ελλάδας. Οι παραγωγοί βλέπουν ότι η συγκεκριμένη καλλιέργεια μπορεί να προσφέρει σταθερό εισόδημα, καθώς συνδυάζει σχετικά χαμηλό κόστος παραγωγής
με αυξημένη ζήτηση.
Αντοχή στις κλιματικές συνθήκες
Παράλληλα, η ρίγανη εμφανίζει σημαντική αντοχή στις δύσκολες κλιματικές συνθήκες και μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμη και σε ξερικά χωράφια, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο όπου το κόστος άρδευσης αυξάνεται συνεχώς. Η εμπορική της πορεία παραμένει θετική και στις διεθνείς αγορές. Χώρες της Ευρώπης αλλά και αγορές της Μέσης Ανατολής αναζητούν σταθερές ποσότητες ελληνικής ρίγανης, ενώ αυξημένο ενδιαφέρον παρουσιάζεται και για το αιθέριο έλαιό της, το οποίο χρησιμοποιείται σε τρόφιμα, καλλυντικά και φυσικά σκευάσματα. Την ίδια στιγμή, το τσάι του βουνού εξελίσσεται σε μία από τις πιο ελπιδοφόρες καλλιέργειες για τις ορεινές περιοχές της χώρας. Η αυξανόμενη τάση προς τα φυσικά προϊόντα ευεξίας έχει ενισχύσει σημαντικά τη ζήτησή του, ιδιαίτερα σε αγορές του εξωτερικού, όπου τα ελληνικά βότανα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα.
Υψηλής ποιότητας το ελληνικό
Το ελληνικό τσάι του βουνού θεωρείται προϊόν υψηλής ποιότητας και σε αρκετές περιπτώσεις εξάγεται πλέον ως premium προϊόν. Η σωστή αποξήρανση, η ποιοτική συσκευασία και η τυποποίηση παίζουν καθοριστικό ρόλο στην τελική τιμή πώλησης, με αρκετούς παραγωγούς να επενδύουν πλέον περισσότερο στη μεταποίηση και λιγότερο στη διάθεση χύμα προϊόντος. Σε πολλές περιοχές της χώρας, νέοι άνθρωποι βλέπουν στα αρωματικά φυτά μια πραγματική ευκαιρία επιστροφής στην ύπαιθρο. Η δυνατότητα αξιοποίησης ορεινών εκτάσεων, σε συνδυασμό με τη διεθνή στροφή προς φυσικά προϊόντα, δημιουργεί προοπτικές που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν αδιανόητες.
Οι βασικές καλλιέργειες στη χώρα και η μεταποίηση
Μεταξύ των κυριότερων αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα είναι η
ρίγανη, το τσάι του βουνού, η λεβάντα, το δεντρολίβανο και το θυμάρι. Η μεταποίηση
έχει, σε μεγάλο βαθμό, προσαρμοστεί στα δεδομένα της αγοράς, με έμφαση τόσο στην
ξηρή δρόγη όσο και στα αιθέρια έλαια. Ωστόσο, η αγορά των αιθέριων ελαίων
εμφανίζει αστάθεια. Ιδιαίτερα στη λεβάντα, τα σημαντικά αποθέματα προηγούμενων ετών
συνεχίζουν να πιέζουν τις τιμές, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αβεβαιότητας
για τους παραγωγούς. Η κατάσταση αυτή ανακλάται άμεσα και στην παραγωγική
δραστηριότητα, με περιορισμένη διάθεση για επέκταση των καλλιεργειών. Η μέχρι σήμερα
πορεία του κλάδου δεν έχει επιβεβαιώσει πλήρως τις αρχικές προσδοκίες. Οι
διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές, σε συνδυασμό με διαρθρωτικές αδυναμίες, έχουν
οδηγήσει σε πιέσεις για αρκετές καλλιέργειες. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικός αριθμός
παραγωγών και μεταποιητών συνεχίζει να επενδύει στον τομέα, εκτιμώντας ότι η αυξανόμενη ζήτηση για φυσικά προϊόντα μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες. Η
Ελλάδα δεν έχει καταφέρει ακόμα να αξιοποιήσει το πλεονέκτημα που έχει από το
κλίμα και το έδαφος.
Ads



