Η φαινομενική ευημερία των αριθμών και το «άτυπο μνημόνιο» της καθημερινότητας

Η Κυβέρνηση θριαμβολογεί για τη μείωση της αναλογίας ΑΕΠ και δημοσίου χρέους, προσδοκώντας μάλιστα το 2026 να πέσει κάτω από το 140%. Πίσω όμως από τα νούμερα και τους δείκτες, ποια είναι η πραγματικότητα που βιώνει ο μέσος Έλληνας; Ο Δικηγόρος και Ιστορικός Βασίλης Αγγέλης αναλύει, με απλό και κατανοητό λόγο, πώς η φαινομενική «ανάπτυξη» βασίζεται στην ακρίβεια, την υπερφορολόγηση και την απομύζηση του εισοδήματος των πολιτών.

Ακούω θριαμβολογίες από την Κυβέρνηση περί μείωσης της αναλογίας ΑΕΠ και δημοσίου χρέους και προσδοκά το 2026 να πέσει κάτω του 140%! Ετοιμάζουν και τον κρατικό προϋπολογισμό του 2026 με τέτοιες προσδοκίες. Μέχρι εδώ όλα καλά. Η μείωση σε αριθμούς φαίνεται ως ένα οικονομικό θαύμα! Είναι όμως;

Πώς έφτασε σε τέτοια ποσοστά; Σχεδιασμός, χρηστή οικονομική πολιτική ή διεθνείς συγκυρίες; Ο καθένας μας έχει τη δική του εξήγηση. Εγώ θα σταθώ αποκλειστικά στην οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης, με λίγα λόγια και όσο το δυνατόν πιο κατανοητά.

ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) είναι η συνολική χρηματική αξία όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται μέσα στην επικράτεια μιας χώρας σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, συνήθως ένα έτος. Αποτελεί το σημαντικότερο μακροοικονομικό μέγεθος, καθώς αποτυπώνει τη συνολική οικονομική δραστηριότητα μιας χώρας. Εν ολίγοις, ΑΕΠ είναι η χρηματική αξία του συνόλου παραγωγής της ελληνικής οικονομίας.

Τα υπερπλεονάσματα του Κράτους είναι η φορολόγηση ή είσπραξη χρημάτων που υπερβαίνουν των δαπανών και προέρχονται από το ΑΕΠ. Και τίθεται το ερώτημα: πώς αυξήθηκε το ΑΕΠ της χώρας; Αυξήθηκαν η εργασία, η παραγωγή, τα κέρδη, ο πλούτος των Ελλήνων;
Σίγουρα όχι — πλην των μεγάλων αλυσίδων και εταιρειών.

Η ακρίβεια έχει φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα. Θα πει κανείς: η Κυβέρνηση αύξησε μισθούς και προσδοκά να τους ξανααυξήσει. Ναι, οι αυξήσεις βοηθούν τον κόσμο — αλλά δεν φτάνουν. Αντίθετα, βοηθούν στην αύξηση και καταμέτρηση του ΑΕΠ.
Αυξήθηκε το κόστος παραγωγής, το κόστος πώλησης των πάντων, των υπηρεσιών — και όλα αυτά αυξάνουν το ΑΕΠ. Έτσι, στα χαρτιά, παράγουμε «περισσότερα».

Όμως από πού προέρχονται τα χρήματα των αυξήσεων; Δεν έχουμε «λεφτόδεντρα» ούτε μπορούμε να κόψουμε χαρτονομίσματα του ευρώ. Καλύπτονται με την απομύζηση του εναπομείναντος πλούτου των Ελλήνων. Η ακρίβεια αναγκάζει τους πολίτες να ξοδεύουν περισσότερα — κι όσοι δεν έχουν, φτωχαίνουν περισσότερο.

Ποιος εισπράττει τελικά τον κόπο και τον μόχθο των Ελλήνων;
Η ακρίβεια, οι μεγάλες αλυσίδες και —εν μέρει— το Κράτος μέσω της υπερφορολόγησης. Έτσι προκύπτουν τα υπερπλεονάσματα που πανηγυρίζει η Κυβέρνηση.
Ταυτόχρονα, η αναλογία ΑΕΠ προς δημόσιο χρέος μειώνεται, οι διεθνείς δείκτες «βελτιώνονται», και στο εξωτερικό η εικόνα της Ελλάδας μοιάζει ιδανική.

Οι ξένοι βλέπουν αριθμούς και διαγράμματα, όχι όμως τι συμβαίνει μέσα σε κάθε σπίτι. Ο μέσος Έλληνας δεν βλέπει βελτίωση στη ζωή του — αντίθετα, ζει ένα άτυπο εσωτερικό μνημόνιο, χωρίς χρονοδιάγραμμα, που φτωχαίνει τους πολλούς και τρέφει τους λίγους.

Φτάσαμε σε μια ανάπτυξη που στηρίζεται όχι στην αύξηση της παραγωγής, αλλά στην αύξηση των τιμών. Ένα μοντέλο που, αντί να αναδιανέμει πλούτο δίκαια, μεταφέρει τον πλούτο στους λίγους.

Έγινε αυτό συνειδητά από την Κυβέρνηση για να μειωθεί η αναλογία ΑΕΠ/χρέους; Ή προέκυψε από διεθνείς συγκυρίες;
Η απάντηση ίσως δοθεί από τον ιστορικό του μέλλοντος.

Το μόνο βέβαιο σήμερα είναι πως φτιάχνουμε το “φαίνεσθαι” και καταστρέφουμε το “είναι” μας.
Η χώρα ζει μια φαινομενική ευημερία, ενώ στην πραγματικότητα διογκώνεται μια δημοσιονομική “φούσκα”.
Αν δεν αλλάξει άμεσα η οικονομική πολιτική, το κομπόδεμα των νοικοκυριών θα εξαντληθεί, οι φτωχοί θα γίνουν φτωχότεροι και η ψευδαίσθηση ανάπτυξης θα σκάσει με οδυνηρό τρόπο.


Βασίλης Αγγέλης
Δικηγόρος – Ιστορικός




Ads