Δώρα στο Δημόσιο: Απόφαση-ανατροπή για εργαζομένους – Σε ποιους επιδικάστηκαν 2.000 ευρώ

xrimata

Νέα δικαστική απόφαση για την καταβολή των καταργημένων δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας, εκδόθηκε υπέρ 41 εργαζομένων του πρώην Δημοτικού Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού Ρόδου (ΔΟΠΑΡ).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 634/2026 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των εργαζομένων και υποχρέωσε τον Δήμο Ρόδου να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 2.000 ευρώ για τα έτη 2023 και 2024.

Η συνολική επιδικασθείσα αποζημίωση ανέρχεται σε 82.000 ευρώ, πλέον τόκων, προσθέτοντας ένα ακόμη επεισόδιο στη μακροχρόνια δικαστική αντιπαράθεση για τα επιδόματα που καταργήθηκαν στον δημόσιο τομέα από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Η συγκεκριμένη απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, καθώς η δικαίωση των εργαζομένων στηρίχθηκε στο δεδικασμένο προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων και όχι σε νέα αυτοτελή κρίση για τη συνταγματικότητα της κατάργησης των επιδομάτων.

Πώς προκύπτουν τα 2.000 ευρώ για κάθε εργαζόμενο

Το ποσό που επιδικάστηκε σε καθέναν από τους 41 εργαζομένους αφορά τα δώρα και το επίδομα αδείας δύο ετών.

Ειδικότερα, η κατανομή έχει ως εξής:

  • 1.000 ευρώ για το δώρο Χριστουγέννων, δηλαδή 500 ευρώ για το 2023 και 500 ευρώ για το 2024.
  • 500 ευρώ για το δώρο Πάσχα, με 250 ευρώ για κάθε έτος.
  • 500 ευρώ για το επίδομα αδείας, επίσης με 250 ευρώ ανά έτος.

Τα συγκεκριμένα ποσά αντιστοιχούν στα επιδόματα όπως είχαν διαμορφωθεί πριν από την οριστική κατάργησή τους.

Οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί στον ΔΟΠΑΡ με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ οι προσλήψεις τους πραγματοποιήθηκαν από το 1999 έως το 2013.

Από τους 41 ενάγοντες, οι 27 είναι μουσικοί και καθηγητές μουσικής, οκτώ γυμναστές και καθηγητές φυσικής αγωγής, τέσσερις διοικητικοί υπάλληλοι, ένας εργαζόμενος τεχνικής ειδικότητας και ένας φύλακας.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, οι μηνιαίες αποδοχές τους δεν ξεπέρασαν ποτέ τις 3.000 ευρώ.

Γιατί το δικαστήριο δικαίωσε τους εργαζομένους

Καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της υπόθεσης διαδραμάτισαν παλαιότερες δικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί για τους ίδιους εργαζομένους.

Οι ενάγοντες επικαλέστηκαν τις αποφάσεις 184/2018, 23/2020 και 89/2020 του πρώην Ειρηνοδικείου Ρόδου, οι οποίες αφορούσαν αντίστοιχες αξιώσεις για προηγούμενα χρονικά διαστήματα.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι προηγούμενες αποφάσεις δημιουργούν δεδικασμένο, καθώς η νέα υπόθεση αφορά τους ίδιους διαδίκους, την ίδια εργασιακή σχέση και την ίδια νομική βάση.

Η μοναδική ουσιαστική διαφοροποίηση ήταν ότι οι εργαζόμενοι ζητούσαν αυτή τη φορά την καταβολή των επιδομάτων για τα έτη 2023 και 2024.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορά αυτή δεν αρκεί για να παρακαμφθεί το δεδικασμένο των προηγούμενων τελεσίδικων αποφάσεων.

Τι υποστήριξε ο Δήμος Ρόδου

Από την πλευρά του, ο Δήμος Ρόδου αμφισβήτησε τις αξιώσεις των εργαζομένων, υποστηρίζοντας ότι το νομικό πλαίσιο έχει μεταβληθεί λόγω μεταγενέστερων αποφάσεων του Αρείου Πάγου.

Ειδικότερα, επικαλέστηκε δικαστικές κρίσεις που ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της συνταγματικότητας της κατάργησης των δώρων.

Ωστόσο, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν αποδέχθηκε το συγκεκριμένο επιχείρημα.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του, οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου που προσκομίστηκαν αφορούν συγκεκριμένες υποθέσεις και δεν αρκούν για να ανατρέψουν το δεδικασμένο που έχει ήδη δημιουργηθεί.

Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι δεν έχει εκδοθεί απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου που να κρίνει τη σχετική διάταξη αντισυνταγματική με γενική ισχύ, ώστε να προκύπτει αντίστοιχη μεταβολή του νομικού πλαισίου.

Το δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι το δεδικασμένο εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα ακόμη και στην περίπτωση που μια προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση θεωρείται εσφαλμένη.

Γιατί απορρίφθηκε το αίτημα αναστολής της δίκης

Ο Δήμος ζήτησε να ανασταλεί η διαδικασία, επικαλούμενος δύο εκκρεμείς αιτήσεις αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Η πρώτη, με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 2021, αφορά 34 από τους εργαζομένους και στρέφεται κατά της απόφασης 81/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Η δεύτερη, με ημερομηνία 23 Απριλίου 2024, αφορά πέντε εργαζομένους και στρέφεται κατά της απόφασης 111/2024.

Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναστολής, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει τέτοια νομική εξάρτηση μεταξύ των υποθέσεων που να καθιστά αναγκαία την αναμονή της κρίσης του Αρείου Πάγου.

Στην παρούσα υπόθεση το κρίσιμο ζήτημα ήταν η ύπαρξη δεδικασμένου, ενώ στις εκκρεμείς αναιρέσεις εξετάζεται η συνταγματικότητα της νομοθετικής διάταξης.

Επιπλέον, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυπτε σαφές χρονοδιάγραμμα εκδίκασης των αναιρέσεων, γεγονός που επίσης συνεκτιμήθηκε.

Πότε θα καταβληθούν τα χρήματα – Τι ισχύει για τους τόκους

Η απόφαση προβλέπει την καταβολή των 2.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, με την προσθήκη των νόμιμων τόκων.

Ωστόσο, το δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το αίτημα των εναγόντων να υπολογίζονται οι τόκοι από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε επίδομα κατέστη απαιτητό.

Αντίθετα, έκρινε ότι η τοκοφορία αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και συνεχίζεται έως την πλήρη εξόφληση.

Το εφαρμοζόμενο επιτόκιο προσδιορίζεται με βάση το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019 και αντιστοιχεί στο επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ως προς την υποχρέωση καταβολής των ποσών.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεσή της θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία στους εργαζομένους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί η πληρωμή, αλλά ότι η απόφαση μπορεί να εκτελεστεί προσωρινά σύμφωνα με τους προβλεπόμενους δικονομικούς κανόνες.

Ποια αιτήματα δεν έγιναν δεκτά

Παρά τη δικαίωση των εργαζομένων ως προς την κύρια αξίωσή τους, το δικαστήριο απέρριψε ορισμένα επιμέρους αιτήματα.

Συγκεκριμένα, δεν έγιναν δεκτές οι επικουρικές νομικές βάσεις της αγωγής που αφορούσαν την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ως προς την αδικοπραξία, κρίθηκε ότι δεν προέκυπτε η απαιτούμενη παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του ΔΟΠΑΡ.

Η βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού απορρίφθηκε λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της, καθώς στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά με την κύρια αξίωση.

Παράλληλα, τα δικαστικά έξοδα συμψηφίστηκαν, λόγω της ιδιαίτερης δυσκολίας στην ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων.

Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα: Πότε καταργήθηκαν στο Δημόσιο

Η δικαστική διαμάχη για τα επιδόματα εορτών και αδείας έχει τις ρίζες της στα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής της προηγούμενης δεκαετίας.

Το 2010, με τον Ν. 3833/2010, τα συγκεκριμένα επιδόματα μειώθηκαν κατά 30%.

Στη συνέχεια, με τον Ν. 3845/2010, το δώρο Χριστουγέννων περιορίστηκε στα 500 ευρώ, το δώρο Πάσχα στα 250 ευρώ και το επίδομα αδείας επίσης στα 250 ευρώ.

Τα ποσά αυτά διατηρήθηκαν και στο πλαίσιο του ενιαίου μισθολογίου που θεσπίστηκε με τον Ν. 4024/2011.

Η οριστική κατάργηση των επιδομάτων επήλθε με τον Ν. 4093/2012, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Έκτοτε, το ζήτημα έχει απασχολήσει επανειλημμένα τα δικαστήρια, με εργαζομένους να διεκδικούν την επαναφορά των καταργημένων παροχών.

Τι σημαίνει η απόφαση για τα δώρα στο Δημόσιο

Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αποτελεί σημαντική εξέλιξη για τους 41 συγκεκριμένους εργαζομένους, καθώς αναγνωρίζει τις αξιώσεις τους για τα έτη 2023 και 2024.

Ωστόσο, δεν συνεπάγεται γενική επαναφορά των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα ή του επιδόματος αδείας για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους.

Η δικαστική κρίση βασίστηκε στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης και, κυρίως, στην ύπαρξη προηγούμενων τελεσίδικων αποφάσεων που δημιουργούσαν δεδικασμένο.

Ο Δήμος Ρόδου καλείται να καταβάλει συνολικά 82.000 ευρώ, πλέον τόκων, ως καθολικός διάδοχος του ΔΟΠΑΡ, ο οποίος καταργήθηκε τον Ιανουάριο του 2024.

Η εξέλιξη αναδεικνύει τη σημασία που μπορεί να έχει το δεδικασμένο σε αντίστοιχες εργασιακές διαφορές, χωρίς ωστόσο να προδικάζει την έκβαση άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης.

workenter.gr




Ads