Η «γαλάζια» πολυδιάσπαση στη Φαρκαδόνα και το ερώτημα μιας κοινής υποψηφιότητας

Screenshot

Screenshot

Ένα ιδιαίτερο πρόβλημα καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στα αυτοδιοικητικά πράγματα της Φαρκαδόνας και κυρίως στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας: η απουσία κοινής γραμμής και μιας υποψηφιότητας που θα μπορούσε να συσπειρώσει το μεγαλύτερο μέρος της παράταξης.

Παρότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ισχυρή εκλογική παρουσία στην περιοχή, σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης εμφανίζονται πολλοί διεκδικητές. Ο καθένας διαθέτει το δικό του ακροατήριο, τον δικό του κύκλο υποστηρικτών και, ασφαλώς, τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Κανένας, όμως, δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να εξασφαλίζει την καθολική αποδοχή του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου.

Βεβαίως, οι δημοτικοί συνδυασμοί δεν κατέρχονται επισήμως στις εκλογές με κομματική σημαία. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να είναι πολυσυλλεκτική, να ενώνει διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και να απευθύνεται στο σύνολο των δημοτών. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι πολιτικές αναφορές, οι προσωπικές σχέσεις και οι κομματικές επιρροές.

Στη Φαρκαδόνα, η απουσία μιας κοινής «γαλάζιας» γραμμής επιτρέπει στην αντίπερα όχθη να αξιοποιεί τις εσωτερικές διαφωνίες και τη διάσπαση. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εντάσσει στο ψηφοδέλτιό της στελέχη, υποψηφίους και ψηφοφόρους που προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία, δημιουργώντας την εικόνα ενός ευρύτερου και πολυσυλλεκτικού συνδυασμού.

Παράλληλα, πίσω από τέτοιες αυτοδιοικητικές κινήσεις ενδέχεται να βρίσκονται ακόμη και σημαντικά «γαλάζια» πρόσωπα της κεντρικής πολιτικής σκηνής, τα οποία διατηρούν προσωπικές σχέσεις, προτιμήσεις ή διαφορετικές επιδιώξεις. Όσο δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός υποψήφιος, όλοι μπορούν να επικαλούνται τον υπερκομματικό χαρακτήρα της Αυτοδιοίκησης και να κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Επειδή, μάλιστα, κανένας από τους επίδοξους διεκδικητές δεν έχει καταφέρει να ενώσει ολόκληρο τον χώρο, αναγκάζεται να αναζητήσει συνεργασίες και πρόσωπα από άλλες πολιτικές παρατάξεις. Αυτό ασφαλώς δεν είναι αρνητικό από μόνο του. Αντιθέτως, οι ευρύτερες συναινέσεις μπορούν να είναι χρήσιμες και δημιουργικές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, η ανάγκη αυτών των συνεργασιών φανερώνει και την αδυναμία συνεννόησης στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.

Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό:

Τι θα συνέβαινε εάν υπήρχε μία υποψηφιότητα με καθολική αποδοχή, ξεκάθαρη πολιτική αναφορά και τη στήριξη του συνόλου σχεδόν της «γαλάζιας» παράταξης;

Πόσο εύκολο θα ήταν τότε για έναν ψηφοφόρο ή ένα τοπικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας να ενταχθεί ή να στηρίξει έναν αντίπαλο συνδυασμό;

Και, πολύ περισσότερο, πόσο εύκολο θα ήταν για ένα σημαντικό πρόσωπο της κεντρικής πολιτικής σκηνής να προσφέρει, φανερά ή παρασκηνιακά, τη στήριξή του σε κάποιον άλλον, πέρα από τον κοινά αποδεκτό «γαλάζιο» υποψήφιο;

Όταν υπάρχει πολιτικό κενό και πολυδιάσπαση, οι επιλογές μπορούν εύκολα να δικαιολογηθούν στο όνομα της αυτοδιοικητικής ανεξαρτησίας. Όταν, όμως, υπάρχει ένας ισχυρός, ενωτικός και κοινά αποδεκτός υποψήφιος, τότε οι θέσεις όλων γίνονται σαφέστερες και κάθε διαφορετική επιλογή αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.

Θα μπορούσε, άραγε, να επικρατήσει εύκολα κάποιος άλλος σε μια τέτοια περίπτωση, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει μεγάλο μέρος της δυναμικής του, το ΠΑΣΟΚ δεν εμφανίζει στην περιοχή την ισχύ που είχε σε παλαιότερες εποχές και το ΚΚΕ κινείται στα γνωστά, σταθερά ποσοστά του;

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας στη Φαρκαδόνα να μην είναι οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Ίσως να είναι η πολυδιάσπαση, οι προσωπικές στρατηγικές και η αδυναμία όλων να καθίσουν εγκαίρως στο ίδιο τραπέζι.

Γιατί, όταν οι πολλοί θέλουν να γίνουν αρχηγοί, στο τέλος μπορεί να μη βρεθεί κανείς πραγματικά ισχυρός για να ηγηθεί.

Τροφή για σκέψη…



Ads