Μειωμένη σύνταξη στα 62: Γιατί δεν είναι πάντα η λάθος επιλογή – Τα παραδείγματα που αλλάζουν τα δεδομένα
Ηπρόωρη αποχώρηση από την εργασία μπορεί να αποτελέσει μια απολύτως ορθολογική οικονομική απόφασ
Η επιλογή της μειωμένης σύνταξης στα 62 έτη αντιμετωπίζεται συχνά με επιφύλαξη, καθώς πολλοί ασφαλισμένοι θεωρούν ότι συνεπάγεται σημαντική οικονομική απώλεια. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις, η πρόωρη αποχώρηση από την εργασία μπορεί να αποτελέσει μια απολύτως ορθολογική οικονομική απόφαση, ιδιαίτερα όταν συνυπολογιστούν το ύψος της σύνταξης, τα χρόνια ασφάλισης, η δυνατότητα συνέχισης της εργασίας και το συνολικό εισόδημα που αποκτά ο συνταξιούχος μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους.
Το βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί τη μειωμένη σύνταξη στην Ελλάδα είναι ότι η προβλεπόμενη μείωση εφαρμόζεται αποκλειστικά στην Εθνική Σύνταξη και όχι στην ανταποδοτική. Αυτό σημαίνει ότι η ανταποδοτική σύνταξη, η οποία προκύπτει από τα έτη ασφάλισης και τις συντάξιμες αποδοχές του ασφαλισμένου, παραμένει αμετάβλητη. Ως αποτέλεσμα, η πραγματική απώλεια στο συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης είναι αισθητά μικρότερη από ό,τι πολλοί πιστεύουν.
Μειωμένη σύνταξη στα 62: Τι κερδίζει ο ασφαλισμένος
Παράλληλα, όσοι επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν στα 62 έτη αποκτούν άμεσα ένα σταθερό εισόδημα για πέντε επιπλέον χρόνια σε σχέση με εκείνους που περιμένουν έως τα 67 για πλήρη σύνταξη. Η παράμετρος αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για ασφαλισμένους που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση αλλά αντιμετωπίζουν ανεργία, εργάζονται με χαμηλές αποδοχές ή δυσκολεύονται να παραμείνουν στην αγορά εργασίας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ασφαλισμένου με 35 χρόνια ασφάλισης και μέσο συντάξιμο μισθό 1.500 ευρώ. Στην περίπτωση πλήρους σύνταξης στα 67 έτη, το συνολικό ποσό διαμορφώνεται στα 1.006,52 ευρώ μηνιαίως. Αντίθετα, με μειωμένη σύνταξη στα 62 έτη, το ποσό ανέρχεται στα 872,46 ευρώ. Η διαφορά των 134 ευρώ αντιστοιχεί σε πραγματική μείωση περίπου 13,3% και όχι 30%, ενώ ο ασφαλισμένος εισπράττει περισσότερα από 52.000 ευρώ κατά την πενταετία που μεσολαβεί μέχρι το 67ο έτος.
Αντίστοιχα, ασφαλισμένος με 25 χρόνια ασφάλισης και μέσο μισθό 1.100 ευρώ λαμβάνει πλήρη σύνταξη 674,35 ευρώ ή μειωμένη 540,29 ευρώ. Η πραγματική μείωση ανέρχεται σε περίπου 19,8%, ενώ κατά την πενταετία πριν από το 67ο έτος εισπράττει συνολικά πάνω από 32.000 ευρώ. Με βάση τους σχετικούς υπολογισμούς, η αναμονή για πλήρη σύνταξη αποδίδει οικονομικά μόνο εφόσον ο συνταξιούχος εξακολουθήσει να λαμβάνει σύνταξη για περισσότερες από δύο δεκαετίες μετά τη συμπλήρωση του 67ου έτους.
Τα ποσά αλλάζουν ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης και τον μισθό
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα για ασφαλισμένους με υψηλότερες αποδοχές. Για παράδειγμα, εργαζόμενος με 38 χρόνια ασφάλισης και μέσο συντάξιμο μισθό 2.500 ευρώ δικαιούται πλήρη σύνταξη 1.569,62 ευρώ ή μειωμένη 1.435,56 ευρώ. Η πραγματική διαφορά περιορίζεται μόλις στο 8,5%, ενώ το συνολικό ποσό που θα έχει εισπράξει έως την ηλικία των 67 ετών ξεπερνά τις 86.000 ευρώ. Πρόκειται για μια διαφορά που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την οικονομική «απόσβεση» της επιλογής της πλήρους σύνταξης μόνο μέσω του υψηλότερου μηνιαίου ποσού.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση ασφαλισμένου με 30 χρόνια ασφάλισης και μέσο μισθό 1.400 ευρώ. Η πλήρης σύνταξη ανέρχεται στα 816,05 ευρώ, ενώ η μειωμένη διαμορφώνεται στα 681,99 ευρώ, με πραγματική μείωση 16,4%. Μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους, ο συνταξιούχος έχει ήδη εισπράξει περισσότερα από 40.000 ευρώ, γεγονός που μεταθέτει σε βάθος πολλών ετών το σημείο όπου η επιλογή της πλήρους σύνταξης γίνεται οικονομικά πιο συμφέρουσα.
Πότε συμφέρει η μειωμένη και πότε η πλήρης σύνταξη
Ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση επισημαίνουν, πάντως, ότι η απόφαση δεν μπορεί να είναι ίδια για όλους. Όσοι έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται με ικανοποιητικές αποδοχές και να συμπληρώσουν 40 χρόνια ασφάλισης ενδέχεται να εξασφαλίσουν υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη, αξιοποιώντας τα αυξημένα ποσοστά αναπλήρωσης. Αντίθετα, για εργαζομένους που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας ή επιθυμούν να αποχωρήσουν νωρίτερα, η μειωμένη σύνταξη μπορεί να προσφέρει άμεση οικονομική ασφάλεια και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Το συμπέρασμα είναι ότι η μειωμένη σύνταξη δεν αποτελεί εκ προοιμίου μια ζημιογόνα επιλογή. Η πραγματική οικονομική επίπτωση είναι μικρότερη από αυτή που συχνά πιστεύεται, ενώ το πλεονέκτημα της άμεσης καταβολής εισοδήματος για πέντε επιπλέον χρόνια μπορεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να υπερκαλύπτει τη μείωση της Εθνικής Σύνταξης. Για τον λόγο αυτό, κάθε ασφαλισμένος θα πρέπει να εξετάζει τα προσωπικά του δεδομένα και να προχωρά σε εξατομικευμένο υπολογισμό πριν λάβει την τελική απόφαση για τον χρόνο συνταξιοδότησής του.
Ads



