Παγκόσμιο κύμα μειώσεων φόρων στα καύσιμα

prathrio

Κύμα παρεμβάσεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας καταγράφεται το τελευταίο διάστημα, καθώς δεκάδες κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις από την εκτίναξη των τιμών, προχωρώντας σε μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται άμεσα με την οικονομία και τις πιέσεις που δέχονται τα δημόσια οικονομικά σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Γερμανία, για παράδειγμα, προχώρησε σε μείωση φόρων στα καύσιμα για δύο μήνες, με δημοσιονομικό κόστος που αγγίζει τα 1,75 δισ. ευρώ, ενώ αντίστοιχα μέτρα ανακοίνωσε και ο Καναδάς για βενζίνη, ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα. Παρόμοιες παρεμβάσεις υιοθετήθηκαν μετά την ένταση στη Μέση Ανατολή, με πολλές χώρες να επιδοτούν την ενέργεια και να ενισχύουν τα νοικοκυριά.

Ωστόσο, η προοπτική μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης εντείνει τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί ότι, αν και τα μέτρα στήριξης είναι αναγκαία, πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή ώστε να μην επιβαρύνουν περαιτέρω το ήδη αυξημένο δημόσιο χρέος.

Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, το άμεσο κόστος των γεωπολιτικών εντάσεων μπορεί να εξελιχθεί σε ευρύτερη δημοσιονομική κρίση, εφόσον οι κυβερνήσεις συνεχίσουν να αυξάνουν τον δανεισμό τους για τη χρηματοδότηση εκτεταμένων πακέτων στήριξης. Ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης, οι επιπτώσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες ενέργειας και βασικών αγαθών αναμένεται να διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στην Ευρώπη, η Ιταλία παρέτεινε τη μείωση φόρων στα καύσιμα, ενώ μέτρα εφαρμόστηκαν και σε χώρες όπως η Αυστραλία. Στην Ελλάδα ενεργοποιήθηκαν προγράμματα όπως το fuel pass και πρόσθετες ενισχύσεις για επιχειρήσεις, επιχειρώντας να ανακουφίσουν τα νοικοκυριά από την ακρίβεια.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στην Ασία, λόγω της εξάρτησης από εισαγωγές ενέργειας. Η Ιαπωνία ανακοίνωσε χρηματοδοτικό πλαίσιο άνω των 9 δισ. ευρώ για τη στήριξη χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή διάσταση της κρίσης.

Ταυτόχρονα, η αύξηση του παγκόσμιου δημόσιου χρέους – που ήδη αγγίζει το 94% του ΑΕΠ και εκτιμάται ότι θα φτάσει το 100% έως το 2029 – περιορίζει τα περιθώρια για νέες παρεμβάσεις. Η ακρίβεια, οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες, η ενεργειακή μετάβαση και οι δημογραφικές αλλαγές επιβαρύνουν περαιτέρω τους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Σε αυτό το περιβάλλον, τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλούν σε αυτοσυγκράτηση, υπογραμμίζοντας ότι τα μέτρα στήριξης πρέπει να είναι προσωρινά και στοχευμένα. Η βασική πρόκληση για τις κυβερνήσεις παραμένει η εξισορρόπηση μεταξύ κοινωνικής στήριξης και δημοσιονομικής σταθερότητας.




Ads