Αφιερωμένο στη δική του Δημητρούλα το πρώτο δοκίμιο του Νίκου Μαργαρίτη

Ένα πρόσωπο που όπως αναφέρει και ο ίδιος δεν πέθανε ποτέ, συνεχίζει να βρίσκεται νοερά κοντά του κάθε στιγμή, σε κάθε χαρά και λύπη

Αφιερωμένο σε ένα ιδιαίτερα αγαπημένο πρόσωπο είναι το πρώτο δοκίμιο του Φαρκαδόνιου φαρμακοποιού, Νίκου Μαργαρίτη. Σε ένα πρόσωπο που σημάδευσε τα παιδικά του χρόνια και θα μείνει χαραγμένο στην μνήμη του, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ένα πρόσωπο που όπως αναφέρει και ο ίδιος δεν πέθανε ποτέ, συνεχίζει να βρίσκεται νοερά κοντά του κάθε στιγμή, σε κάθε χαρά και λύπη. Βρίσκεται καθημερινά δίπλα του να τον συντροφεύει και να τον καθοδηγεί, όπως τότε που ήταν παιδί.

Ο λόγος για τη γιαγιά του φαρμακοποιού, από πλευράς, μητέρας, Δήμητρα. Η γιαγιά Δημητρούλα για τον ίδιο και τα υπόλοιπα εγγόνια της.

Ένα πρόσωπο, μια μεγάλη ιστορία. Μια ιστορία που ειπώθηκε πολλές φορές στα παιδιά και τα εγγόνια. Μια γυναίκα με θάρρος, με τόλμη, με αγαθοσύνη, που δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Πάλεψε σκληρά, με χίλια δυο βάσανα, με φτώχεια και με στερήσεις, για να μεγαλώσει παιδιά, να τα παντρέψει, να τα κάνει ανθρώπους άξιους στην κοινωνία. Να τα μάθει αξίες και να τα μεταφέρει ιδανικά. Να τα μάθει να μην ντρέπονται για την φτώχια αλλά καμαρώνουν φορώντας ακόμη κι ένα τρύπιο παντελόνι.

Για το Νίκο Μαργαρίτη η γιαγιά Δημητρούλα αξίζει πολλά. Όπως φυσικά και για τα άλλα εγγόνια. Η ίδια πλέον αποτελεί γλυκιά ανάμνηση, που ειδικά αυτές της μέρες, τις γιορτινές, έρχεται να θυμίσει την παιδική ανεμελιά και την αγάπη που έδινε.

Κι αν τα χρόνια περνούν οι αναμνήσεις μένουν και κατατίθενται γραπτώς. Γραπτώς δια χειρός και σκέψεων Νίκου Μαργαρίτη:

Δημητρούλα

Επαναφέρω μνήμες μέσα από το αθώο, παιδικό μου βλέμμα, το άκακο και το απαίδευτο, πως έβλεπα τη Δημητρούλα. Αυτή τη γιαγιά που μου θύμιζε και μου θυμίζει πως μύριζε και πως φερόταν μια Παναγία.

Στις παραπάνω 7 γραμμές προϊδεάζουμε τι θα διαβάσει ο κάθε αναγνώστης που θα του έρθουν αθώες, παιδικές μνήμες από ανόθευτους ανθρώπους, αγωνιστές του πόνο και του μόχθου. Ενός μόχθου και ενός πόνου που τον νίκησαν και διεκδίκησαν μια απλή και ευτυχισμένη ζωή.

Τα παραπάνω τα χαρακτηρίζουμε ως ένα πρόλογο και με αγάπη γράφουμε εις μνήμη ενός υπέροχου ανθρώπου που ήταν πρότυπο αγώνα και διεκδίκηση για ζωή.

Γιαγιά Δημητρούλα, γλύκα.

Χαμόγελο, καλοσύνη, μάτια αμυγδαλωτά, φτώχεια, φτώχεια, ζωή με στερήσεις αλλά η Δημητρούλα παληκάρι, πάντα με το χαμόγελο και αμέτρητη δοτικότητα.

Ό,τι είχε το μοίραζε. Μια ζωή παραδουλεύτρα, έπλενε και καθάριζε όπου την καλούσαν για το ψωμι της ημέρας. Χρήματα , δύσκολα έβγαζε. Οικονομία όμως δεν ήξερε τι είναι ούτε δικό μου δικό σου ήξερε τι είναι. Καλημέρα σε όποιον συναντούσε από πέρα, με διάθεση άκακη μικρού παιδιού. Με τα χρόνια που δεν έβλεπε καλά και περπατούσαμε στα σοκάκια με ρωτούσε μετά τις καλημέρες <<ποιος μας καλημέρισε ;>> , έπεφτα κάτω από τα γέλια και μέσα από γέλια και χορατα της εξηγούσα και άλλοτε καταλάβαινε και άλλοτε δεν καταλάβαινε.

Ο πρωτότοκος γιος της έφυγε από το χωριό και πήγε να μείνει στην Ελευσίνα. Υπηρετούσε λοχίας στα ΟΥΚ στο Μεγάλο Πεύκο. Μαζί του πέρα από όνειρα και φιλοδοξίες νοιάστηκε και πήρε αδερφό και αδερφαδες. Η μόνη μου έμεινε πίσω πίσω ήταν η μάνα μου, που είχε παντρευτεί και είχε ριζώσει στο χωριό.

Η Δημητρούλα αισθητή παρουσία, φτωχή αρχοντογύναικα που παντρεύτηκε έναν χήρο με παιδιά. Για τότε ήταν κάτι δύσκολο και ασυνήθιστο, σε μια τόσο στενόμυαλη κουτσομπολίστικη κοινωνία, αυτή του κεφαλιού της. Αγάπησε, ερωτεύτηκε , παντρεύτηκε έναν χώρο που μαζί της απέκτησε μπόλικα παιδιά, τα οποία μεγάλωσε με αγάπη , με την ίδια αγάπη που έδωσε και στα δυο κορίτσια που είχε ο άντρας της από τον πρώτο γάμο.

Ο παππούς μέσα στην καθημερινότητα του , ξάφνου χάνει τη γυναίκα του από βαριά αρρώστια , αλλά μέσα στην στεναχώρια του, τον διάλεξε η Δημητρούλα, παρόλο που ήταν ποθητή από μικρότερους και ωραιότερους άντρες. Τον ξεχώρισε για να μοιραστεί μαζί του τις αρετές της και την απεριόριστη αγάπη για ζωή και ανθρώπους. Στο χωριό οι δουλειές λειψές.

Η Δημητρούλα ακολούθησε τον θείο Τάκη στην Ελευσίνα. Ο θείος Τάκης για να αποφύγει την ξενιτιά , πράγμα που τότε ήταν μονόδρομος , έγινε στρατιωτικός και σαν μια κλωσσα με τα νεογνά της άνοιξε τα φτερά για να περιθάλψει αδέλφια και γονείς. Εκεί η Δημητρούλα έκανε δουλειές του ποδαριού βρέθηκε να καθαρίζει ένα σχολείο και να διατηρεί ένα κυλικείο μέσα στον συγκεκριμένο χώρο. Τυχερά τα παιδάκια που έπαιρναν αγάπη από μια μεγαλόψυχη και χαμογελαστή γυναίκα. Όταν δεν είχαν χαρτζιλίκι τους μοίραζε τα πιο ωραία εδέσματα και το φχαριστιοταν γιατί έκανε φτωχή, ήξερε την φτώχεια, την κουβαλούσε στο πετσί της. Ήθελε να χορτάσει το κάθε πεινασμένο παιδί. Καλοκαίρια ποσο επιθυμούσα να έρθουν αυτά τα καλοκαίρια , έκλειναν τα σχολεία , έκλειναν τα κυλικεία και αυτό το αγνό πλάσμα στα μάτια μου ερχόμενη στο χωριό έβγαζε μια μυρωδιά πρωτεύουσας. Κάθε μέρα έβαζε σαν νεράιδα τα μαλλιά της μέσα σε λεκάνη με νερό που το έβραζε στο καζάνι. Που τότε ηλιακά και θερμοσίφωνες . Έπιανε με μαεστρία και προσοχή το πράσινο σαπούνι έπλενε τα μαλλάκια της και με αριστουργηματικές κινήσεις, σεβασμό και λεπτότητα. Τα στέγνωνε με κατάλευκες πετσέτες , πλυμένες και σιδερωμένες από τα ίδια πάντα πονεμένα χεράκια της. Πάντα άσπρες , πάντα άσπρες.

Μου έλεγε και τα εσώρουχα που φοράς πρέπει να είναι λευκά άσπρα, πιο άσπρα και από γάλα. Άσχετα αν φορούσε κατάμαυρα ρούχα , κατάμαυρα γυαλιά και κατάμαυρο μαντήλι. Τα στεγνωμένα της μαλλάκια τα περνούσε με κολόνια λεμόνι από την ρίζα μέχρι και τις άκρες που έφταναν πιο κάτω από την μέση της, τα έκανε μυρωδάτους κότσους πιασμένους με τσιμπίδια.

Καθόμουνα την κοιτούσα σαν άγαλμα, με συνέπαιρνε όλη η διαδικασία, μου έκανε εντύπωση γιατί κάτι ανάλογο ούτε το φαντάστηκα αλλά ούτε το είχα ξαναδεί. Σαν λεμονιά ανθισμένη , μύριζε η Δημητρούλα με τα αμυγδαλωτά μάτια που πίσω από τα χοντρά ματογυάλια γινόταν πιο μεγάλα…




Ads