Βάιος Φασούλας: Συνοδοιπορώντας με τον Αφέντη Λόγο
«Καλειδοσκόπιο στην ποίηση – Αχ! ετούτος ο αιώνας…»
(Α π ό σ π α σ μ α )
«Οι ποικίλες αναφορές στην Ελλάδα οφείλονται στο ότι την στερήθηκα και στην ξενιτιά – δεύτερη πατρίδα μου, όπου 36 συναπτά χρόνια, τα καλλίτερα της ζωής μου, τα έζησα μαζί της. Βρισκόμενος σαν μέταλλο ανάμεσα από σφύρα και άκμονα, δεν έπαψε στιγμή να σφυρηλατείται στο νου και στα μύχια της ψυχής μου το νόστιμον ήμαρ. Εκεί, στις δίνες που προκαλούσε η σφυρηλάτηση του νόστου, ξεσηκώνονταν και οι μνήμες, άγριες πολλές φορές, που δεν είχαν βρει τη λύτρωση· τη λευτεριά· την ηρεμία. Εκεί ο νόστος «ξύπνησε» τον Λόγο μέσα μου, τον αρμάτωσε κι εκείνος αμέσως ξεκίνησε την πορεία του εξωτερικεύοντας τον συμπυκνωμένο μέσα κόσμο μου, μαζί και τις πάμπολλες καθημερινές παραστάσεις από τη ζωή στην ξένη και όλες τις πικρές εμπειρίες της στέρησης των δύο μανάδων· της Ελλάδας και της μητέρας μου.
Οι σχέσεις μου με το Λόγο, άριστα δεμένες με πλατωνικά ερωτικά δεσμά, αποτελούν μια πλούσια και ανεξάντλητη ελληνική γκάμα. Είναι σχέσεις τρυφερές, ρομαντικές, ερωτικές, οικογενειακές, πατριωτικές, πότε κατευθυντήριες και άλλοτε «στεγνές» εκτοξευόμενες από ασυμβίβαστο εφαλτήριο, καθώς εισβάλλει σε ξένα χωράφια που θίγουν την απεραντοσύνη και τα πνευματικά δικαιώματα του Λόγου, όπως, άλλωστε, τα ζούμε στις μέρες μας.
Η …εμπλοκή, το «πάντρεμα», πολλές φορές, του ποιητικού και πεζού Λόγου με τον πολιτικό…, προσέξτε, πολιτικό, όχι κομματικό λόγο…, αποτέλεσε και αποτελεί για μένα προϋπόθεση ύπαρξης του ιδίου του Λόγου, ιδιαίτερα για τη …σύγχρονη εποχή. Και ο Λόγος, όπου και όπως αυτός ως συνοδοιπόρος και πιστός εραστής της ζωής εκφράζεται, είναι ικανός να αντιμετωπίσει την πιο μεγάλη ανθρώπινη δίνη και να γκρεμίσει τα πιο ψηλά καγκελόφραχτα κάστρα.
Μόνο που, κατά την ταπεινή μου άποψη, οι έλληνες, ίσως όχι όλοι, ξεχνούν. Και εποχές και πράγματα και ονόματα και …κόμματα και πάνω απ’ όλα την καταγωγή τους· τις ρίζες τους. Και ξεχνούν είτε γιατί τους επιβάλλεται, είτε γιατί έχουν απολέσει ιδανικά και οράματα, είτε γιατί στον ρου της σύγχρονης εποχής το επιδιώκουν και οι ίδιοι. Στις συχνές-μόνιμες καταιγίδες που έμαθαν να ζούνε, παρουσιάζονται, κατά καιρούς, κάποιες χλιαρές αναλαμπές, διάρκειας ίσαμε ένα άστραμμα και ξανά χάνονται περιμένοντας σε αφύσικο σύθαμπο κάποιο άλλο χάραμα. Στο ενεργητικό του νεοέλληνα υπάρχουν τέτοιες αναλαμπές και όλες μαζί συνθέτουν ένα αδιαπέραστο κοινωνικοοικονομικό, ιστορικό και πολιτιστικό σκοτάδι, του οποίου, μέρος του, σήμερα δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, έχει επανέλθει δριμύτερο στους πάλαι ποτέ γαλανούς ορίζοντες της Ελλάδας. Μιας Ελλάδας, που οι νεοέλληνες δεν την έκαναν ποτέ δικιά τους, παρά μόνο επιθυμούν να την επικαλούνται για την καταγωγή τους.
Λοιπόν, ξεκινώντας τον περίπατο στις ενότητες του «Καλειδοσκόπιο στην ποίηση-Αχ! ετούτος ο αιώνας..,» η πρώτη ενότητα «Της Ζωής-προβληματισμοί», ξεκινά με τη μνήμη. Ούτε τυχαίο, ούτε προγραμματισμένο. Πρόκειται για εσώψυχο απόσταγμα από τον συσσωρευμένο κόσμο μου· πηγαίο· άσπιλο· ένα αγαθό από τα τελευταία που απόμεινε. Και στον τόπο, εδώ που βρισκόμαστε, η μνήμη τιμάται δεόντως. Οι ήρωες μας αποτελούν το φάρο της ζωής μας. Και οι παλιότεροι και οι νεότεροι. Η μνήμη είναι εκείνη που γυρνά σαν μύλος πάνω στις ράγες των εποχών φέρνοντας στα μάτια μας παραστάσεις, που οι περισσότεροι από μας δεν τις ζήσαμε κι ούτε τις είδαμε.
Λοιπόν, όσοι εναπομείναντες Έλληνες, κληρονόμοι μιας τρανής κληρονομιάς, παιδιά μουσών και θεών, αυτός, εσύ, εγώ, εκείνοι και οι άλλοι, αν θέλουμε να μοιάσουμε στους προγόνους μας, αν θέλουμε να δείχνουμε ζωγράφοι και μουσουργοί, αν θέλουμε να τραγουδήσουμε με τις αρχαίες μελωδικές άρπες των θεών, μουσών και ποιητών υμνώντας τη ζωή και τα σύμπαντα και στηριχτούμε πάνω στον Παγκόσμιο Ουμανισμό και ζωγραφίσουμε τις δύσεις και τις ανατολές με τα πολύμορφα αστράμματά μας, είναι βέβαιο πως μπορούμε να γυρίσουμε τα σκότη στα σκοτάδια.
Φτάνει μόνο ως όπλα μας να έχουμε την αισιοδοξία και την πίστη, πλαισιωμένη με τα αρχιτεκτονικά κτίσματά μας, με τις ένδοξες και ιστορικές νίκες μας έναντι των ορδών των βαρβάρων, όπως εκείνη του Λεωνίδα, του Μεγαλέξανδρου και μύριων μεταγενέστερων αγωνιστών του 21, της Εθνικής Αντίστασης και άλλων. Όσοι λοιπόν από μας καταφέρναμε…, (και θα το καταφέρναμε χάρη στο πολιτιστικό και ζηλευτό χιλιετηρίδων μεγαλούργημα…,) να έχουμε πα στα κοντάρια μας χαραγμένη την αισιοδοξία προς κάθε κατεύθυνση, τότε και μόνο τότε θα ήμασταν άξιοι των προγόνων μας και συνεχιστές αυτού του μεγαλείου αν καταφέρναμε να μεταφερόμασταν απ’ το εγώ στο εμείς…
«Για τα σημερινά αποκρουστικά και βάρβαρα δεδομένα δεν θα πείραζε, αν είχαμε μια Πατρίδα με τρύπια ποδιά, αλλά με ψυχή και νοικοκυρά. Τώρα έχουμε μια Πατρίδα «κούκλα» ή βιτρίνα, αλλά ορφανή και στείρα!»
Δε θα σας κουράσω περισσότερο. Μιας και το βιβλίο, τιμής ένεκεν αναφέρεται και στην Ελλάδα, θα κλείσω με ένα σύντομο απόσπασμα:
«Και όπως παλιά ήμασταν μαζί και ανατρέπαμε, / εχθρούς, ληστές και καταπατητές / και σήμερα μαζί είμαστε, αλλά όχι μονιασμένοι· / τα θηρία κατάφεραν να μας χωρίσουν / σε προοδευτικούς και καθυστερημένους / και μαζί πλέον βρεθήκαμε στον πάτο του πηγαδιού, / σ’ έναν πάτο που ακόμα κι εκεί η διαφθορά ακμάζει, / εκεί που οι μέρες, οι ώρες και τα λεπτά / χορεύουν στο ρυθμό του μηδενός. / Εκεί, φιμωμένο, αντίκρισα το Λόγο
και τη δική σου μεγαλοπρέπεια σαβανωμένη…
…
Έλα, έλα Ελλάδα, ας πιαστούμε απ’ το χέρι.
Τίναξε τη βαριά κρούστα της βρωμιάς και δώσ’ μου το χέρι σου.
Ανήμπορο είναι και το δικό μου, /αλλά το δικό σου άγγιγμα θα το νιώσει.
Ν’ ακούσω θέλω να λες και πάλι,
«να, τηράτε με, συνεχίζω των αιώνων αξιοθαύμαστη πορεία μου…»
Ads



