Συγκίνησε με την ανάρτησή της, η Λένα Χαλβατζά
Ανήρτησε μέρος της ιστορία της γιαγιάς της, στη διαδικτυακή ομάδα των Θεσσαλών προκαλώντας ρίγη συγκίνησης
Είναι κάποιες ιστορίες, οι οποίες μοιάζουν με παραμύθι. Ένα παραμύθι που έρχεται να μας συγκινήσει και να προβληματίσει. Εντούτοις κάποιες ιστορίες μπορεί να θυμίζουν μυθοπλασίες του ανθρώπινου νου, δεν είναι όμως. Δεν αποτελούν ένα καλογραμμένο σενάριο, αλλά είναι διήγημα μιας ανθρώπινης ψυχής, των βασάνων που τις ταλαιπωρούν, καρτερώντας την λύτρωση. Κι αν αυτή η λύτρωση για κάποιους αργεί να φανεί, τους αρκεί να ξελαφρώνουν την ψυχούλα τους μεταφέροντας την ιστορία τους, τα βάσανα, τους πόνους, τους αναστεναγμούς. Έτσι για να ηρεμεί η ψυχή, μέχρι να αναπαυθεί και ησυχάσει από τα βάσανα. Γιατί ο πόνος δεν κρύβεται, μας ταλαιπωρεί καθημερινά, όπως ταλαιπωρούσε μέρα – νύχτα τη αείμνηστη Φαρκαδόνια, Ρήνα Μπουγά. Κι αν η γιαγιά έχει αναπαυθεί πριν πολλά χρόνια, ωστόσο τα λόγια της έμειναν. Συντροφεύουν τους δικούς της ανθρώπους που την φέρνουν στις μνήμες τους.
Στην ιστορία της γιαγιάς ήρθε να αναφερθεί η εγγονή της Ελένη Χαλβατζά, με ανάρτησή της, σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης. Μια ανάρτηση που ξεπέρασε κάθε όριο αναγνωσιμότητας, συγκινώντας πραγματικά όσους τη διάβασαν.
Και πως άλλωστε, όταν η εγγονή της Ρήνως, όπως την αποκαλούσαν οι συγχωριανοί της, μετέφερε μέρος των ιστοριών που άκουγε από την γιαγιά. Για το πώς ο πατέρας της γιαγιάς, την πάντρεψε ανήλικη με ένα φίλο του, κι ύστερα ήρθαν τα παιδιά, ο θάνατος του άνδρα, η ορφάνια, οι πόλεμοι, ο εμφύλιος, η πείνα και ο θάνατος. Ναι ο θάνατος των παιδιών που για τη μάνα είναι μαρτύριο. Πόσο πόνο μπορεί να αντέξει μια ψυχή, πόση δύναμη έχει ο άνθρωπος, πόσο βάρος μπορεί να αντέξει μια πλάτη, ανηφορίζοντας βαστάζοντας το σταυρό του μαρτυρίου; Αν λάβουμε από την ιστορία που ακολουθεί, ο άνθρωπος είναι αρκετά δυνατός και παρά τα εμπόδια που βρίσκει μπροστά του, συνεχίζει να ανεβαίνει το Γολγοθά, άλλοτε ματώνοντας κι άλλοτε βαριανασαίνοντας από το δικό του μαρτύριο.
«Η ζωή της, μαύρη, όπως έλεγε, ξεκίνησε νωρίς με βάσανα καθότι από τα 13 χρόνια της, ο πατέρας της, την πάντρεψε μ’ ένα φίλο του, που πολέμησε μαζί του και γύρισαν ζωντανοί από τον πόλεμο. Βρίσκονταν στα όπλα από το 1912 χωρίς σχεδόν καμία διακοπή μέχρι το Σεπτέμβριο του 1922.
Μετά επέστρεψαν ηττημένοι αλλά ζωντανοί και εκεί μεταξύ φαγητού και τσίπουρου, ο πατέρας της για να ευχαριστήσει τον φίλο του και λεβέντη Κώστα Μπουγά, αποφασίζει να τον κάνει γαμπρό του στην κόρη του, Ρήνω.
13 χρονών η γιαγιά Ρήνω ,’όταν ήρθαν σπίτι με τα νταούλια για να γιορτάσουν τον αρραβώνα κράτησε σφικτά την κούκλα της από κουρέλια και κρύφτηκε μέσα σ’ ένα μπαούλο.
Τι και ας ήταν παιδί;
Τι και αν ο μέλλων άνδρας της ήταν μεγαλύτερος από τον πατέρα της;
Κι έκανε παιδιά σχεδόν 1 κάθε χρόνο 13 στο σύνολο.
Απ’ αυτά εν ζωή (όπως χαρακτηριστικά έλεγε) ήταν 7.
Η Ελένη, η Βασίλω, η Γιαννούλα, η Αναστασία (μάνα μου), ο Παύλος, η Δήμητρα και ο Κώστας το στερνοπούλι.
Του έδωσε το όνομα του άντρα της, καθώς πέθανε, όταν ήταν 12 ημερών λεχώνα και τον γέννησε στο χωριό Μπάγια (Πετρωτό) μέσα στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για τα Τρίκαλα, πηγαίνοντας στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν ο παππούς. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου το λεωφορείο κι εκεί στη δημοσιά γέννησε τον Κώστα και συνέχισε το δρόμο για το νοσοκομείο Τρικάλων με το νεογέννητο.
Ο οδηγός βάφτισε το θείο Κώστα καθώς το θεώρησε γούρι.
Και έμεινε δίπλα στον άρρωστο άντρα της μέχρι που ξεψύχησε 12 μέρες μετά.
Αγώνας να μεγαλώσει τα παιδιά της, μεροκάματα όπου μπορούσε να δουλέψει, κουβαλώντας τα μικρά μαζί της. Τις μεγάλες κόρες δεν τις άφηνε να ξενοδουλέψουν καθώς, όπως έλεγε, όταν έχεις ανάγκη, οι άνθρωποι μπορούν να σε τσαλαπατήσουν.
Είχαν αναλάβει να μαζεύουν τα ξύλα για να ζεσταίνονται, να κόβουν λιγαριές και βούρλα για τα ζωντανά τους, να καλλιεργούν τον μπαχτσέ και να μαγειρεύουν και να φροντίζουν για την καθαριότητα του σπιτιού καθώς έπρεπε να ετοιμαστούν για τα σπιτικά τους.
Μετά ήρθε ο Εμφύλιος.
Τα λουλούδια μου έλεγε και ξανάλεγε, τραβώντας το μαύρο μαντήλι που έδενε στο κεφάλι της από την μέρα που έμεινε χήρα. Μου τα πήραν και δεν ήξερα, αν κρύωναν, αν ήταν γερές αν, αν, αν…
«Έμαθα μετά από λίγο καιρό, ότι έχουν κάνει στάση στο Γριζάνο κι ένα βράδυ αποφάσισα να πάω να δώσω τα ρούχα που φύλαγα για την προίκα τους για να μην κρυώνουν τουλάχιστον…Όλο το βράδυ περπάταγα, τα πουρνάρια μου έσκιζαν τα ρούχα αλλά τις βρήκα και τους έδωσα τα καλά τους», έλεγε με ενθουσιασμό.
Όταν την άλλη μέρα γύρισα στο χωριό, ήρθε ο αστυνόμος και μου είπε να τον ακολουθήσω στο τμήμα. «Γιατί τον ρώτησα», «γιατί μάθαμε ότι συνεργάζεσαι με τους Αντάρτες» μου είπαν…
«Τι κι ας έσκουξα, τι κι αν παρακάλεσα, έχω 5 στόματα να θρέψω φώναζα και το τελευταίο το βυζαίνω ακόμη που θα τους παρατήσω. Πάρε το κούτσκο μαζί και μάστα μι είπαν…».
«6 μήνες μέσα κουρίτσι μ, πάι κι του γάλα μι κόπκι κι να μην ξέρου τι γίνουνταν οι άλλοι…κι ήταν χειμώνας κι να κλιέου για τη Λιένα και την Βασίλου που δεν ήξιρα άν ζούσαν αλλά κι για τα κούτσκια που άφκα πίσου…».
Κι αυτός ο μικρός ο Κώστας δεν ήξιερα άν θα ζήσι αλλά δόξα τω Θεώ 2 μέτρα έγιενι.
Πίσου ανιέλαβε η μάνας γιατι η Γιαννούλα ήταν πάντα ευαίσθητη και τάλα κούτσκα τι να κάν;
Δεν θέλω να τα θυμάμαι κι άντι να κάνουμε καμιά δουλειά, σκουθήτε είστε κουρίτσια μας έλεγε πρέπι να κάντι δλιές..
Αύριο πάλι τα υπόλοιπα κι εμείς περιμέναμε την αυριανή για μας διηγηθεί τη συνέχεια ….
Για την Ιστορία την Ελένη δεν την ξαναείδε ποτέ. Επισκέφθηκε τον τάφο της στα Σκόπια πολλά χρόνια μετά και η Βασίλω γύρισε από την Τασκένδη κάπου το 70.».

Ads


