ΙΟΒΕ: Αυξάνονται οι οικονομικές ανισότητες ανάμεσα σε Αττική και τις άλλες περιφέρειες

Σε δεύτερο ρόλο η ελληνική περιφέρεια με την Αττική πρωταγωνίστρια – Το στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης και η αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος

Με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Αττική να αγγίζει τις 22.000 ευρώ το 2021 έναντι εθνικού μέσου όρου 17.000 ευρώ (μετά βίας ξεπέρασε τις 10.000 ευρώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην φτωχότερη περιφέρεια της χώρας, το Βόρειο Αιγαίο), με Αττική και Κεντρική Μακεδονία να συνεισφέρουν πάνω από το 60% στις εξαγωγές και το εθνικό ΑΕΠ και πάνω από το 50% στις επενδύσεις, καθίσταται σαφές πως η ελληνική περιφέρεια περνάει σε δεύτερο ρόλο αποτελώντας τον «φτωχό συγγενή» της χώρας.

Μία εικόνα που δίνει τροφή για έντονο προβληματισμό απεικονίζει η έκθεση κοινωνικών και οικονομικών τάσεων στις ελληνικές περιφέρειες που εκπόνησε το Παρατηρητήριο Περιφερειακών Πολιτικών (ΠΠΠ) σε συνεργασία με το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

Περισσότερες ευκαιρίες για εύρεση εργασίας, ταχύτερη μείωση της ανεργίας, καλύτερες υπηρεσίας υγείας, λιγότερες εισοδηματικές ανισότητες δίνουν τον τόνο σε Αττική και Κεντρική Μακεδονία, σε σχέση με τις υπόλοιπες περιφέρειες.

Αττική και Κεντρική Μακεδονία (κατά βάση Θεσσαλονίκη) «μαζεύουν» ανάπτυξη, και δουλειές απολαμβάνοντας ταυτόχρονα υψηλότερου επιπέδου υπηρεσίες σε σχέση με τους υπόλοιπους. Είναι ενδεικτικό πως στον Δείκτη Περιφερειακής Ανταγωνιστικότητας η Αττική βλέπει από το… βάθρο της τους υπόλοιπους καθώς επιτυγχάνει σκορ περί το 90% έναντι 73,1% που είναι ο εθνικός μέσος όρος, την ώρα που η τελευταία περιφέρεια, η Στερεά Ελλάδα, αγγίζει μετά βίας το 50%.

Επιπλέον, η οικονομική δραστηριότητα συγκεντρώνεται σε συντριπτικό βαθμό στην Αττική όπου καταγράφεται με διαφορά και το υψηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ, γεγονός που αποτυπώνει σε όλο τους το εύρος τις περιφερειακές ανισότητες.

Η Κρήτη δεν γερνάει

Πάντως αν διαβάσει κανείς πίσω από τις γραμμές θα διαπιστώσει πως αν και η γήρανση του πληθυσμού αναδεικνύεται σε μείζον εθνικό ζήτημα το πρόβλημα δεν αφορά οριζόντια και με την ίδια ένταση όλες τις περιφέρειες με την Κρήτη να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εξαίρεσης.

Ο τουρισμός και η εξωστρεφής Πελοπόννησος

Βέβαια αχτίδες αισιοδοξίας διακρίνονται στην νησιωτική Ελλάδα όπου ο τουρισμός δίνει βροντερό παρών και τραβά το κάρο της ανάπτυξης με τις επιδόσεις των νησιών, βάσει της έρευνας, να διαγράφουν εξαιρετική πορεία σε ρυθμούς ανάπτυξης και αγορά εργασίας.

Την ίδια στιγμή, τα κοντέρ σπάει η Πελοπόννησος η οποία «τρέχει» προς την εξωστρέφεια προσεγγίζοντας το εντυπωσιακό 140% στον σχετικό δείκτη.

Το χάσμα διευρύνεται

Σε κάθε περίπτωση η ετερογένεια μεταξύ των περιφερειών οξύνεται σε θέματα οικονομικής ανισότητας (κίνδυνος φτώχειας), κοινωνικής προστασίας και υπηρεσιών υγείας με το χάσμα ανά τα χρόνια να μην κλείνει, ίσως το πλέον ανησυχητικό σημάδι.

«Δύο γενιές πίσω στον πρωτογενή τομέα»

«Μπορεί να έχουν βελτιωθεί πολλά αλλά το ζήτημα της παραγωγικότητας της χώρας παραμένει, υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην σύνδεση μεταποίησης – βιομηχανίας. Δε θα φτιάξεις προφανώς εργοστάσια στην Φολέγανδρο, χωρίς εργοστάσια όμως η Πάτρα δεν θα πάει μπροστά. Στον πρωτογενή τομέα είμαστε δύο γενιές πίσω στην τεχνολογία που χρησιμοποιούμε, δεν πρέπει η χώρα να επανέλθει στην εποχή των δίδυμων ελλειμμάτων (δημοσιονομικό και εμπορικό)», υποστήριξε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας.

Ποιοτικός τουρισμός

Για τον τουρισμό, σημείωσε πως αναμφίβολα στήριξε σε πολύ μεγάλο βαθμό την χώρα μας από το 2012 και μετά όμως «πρέπει πλέον να δούμε πως θα φέρουμε όχι απλά πιο πολλούς τουρίστες αλλά και πιο ποιοτικούς ενώ είναι απαραίτητο να επενδύσουμε πιο ενεργά στον πολιτισμό και την ιστορία μας»,

Γήρανση πληθυσμού

Παράλληλα, έκρουσε καμπανάκι κινδύνου για το δημογραφικό. «Απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις, ο πληθυσμός γερνάει, σε πιο έντονο βαθμό στην περιφέρεια σε σχέση με τα αστικά κέντρα. Χρειάζεται σχέδιο για την περίθαλψη αυτών των ανθρώπων, πρέπει το κράτος να εστιάσει στις ανάγκες που δημιουργούνται σε κάθε περιφέρεια ώστε να καταρτίσει τις κατάλληλες στρατηγικές», επεσήμανε.

Στο μεταίχμιο ανησυχίας και αισιοδοξίας

«Είμαι κάπου ανάμεσα στο να είμαι ιδιαίτερα ανήσυχος και ιδιαίτερα αισιόδοξος, υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι αλλά δεν θα υπάρχουν για πάντα, επειδή ξεκινάμε από χαμηλή βάση μπορούν να γίνουν άλματα. Από την άλλη οι δυνατότητες είναι τεράστιες. Υπάρχουν μεταποιητικές μονάδες στην Βόρεια Ελλάδα που κάνουν την διαφορά σε τοπικό επίπεδο ενώ βοηθούν και τις εξαγωγές της χώρας, δεν χρειάζεται να έρθουν δις. επενδύσεων», τόνισε.

Από δεξιά προς τα αριστερά Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής ΙΟΒΕ, Δημήτρης Πτωχός περιφερειάρχης Πελοποννήσου, Λούκα Κατσέλη, Ομότιμη καθηγήτρια, πρώην υπουργός και Παυλίνα Σπανδώνη, Διευθύντρια στο Παρατηρητήριο Περιφερειακών Πολιτικών, συντονίστρια του πάνελ

«Η διεύρυνση του χάσματος κέντρου – περιφέρειας είναι ένα πρόβλημα που ταλανίζει ολόκληρη την Ευρώπη, στην Ελλάδα ωστόσο εμφανίζεται σε πιο έντονο βαθμό», επεσήμανε ο Παναγιώτης Θωμόπουλος, Πρόεδρος Δ.Σ. του ΙΟΒΕ.

«Να συνδυάσουμε το άμεσο με το μακροπρόθεσμο»

«Απαιτείται η εκπόνηση ενός μακροπρόθεσμου στρατηγικού αναπτυξιακού πλάνου για την πρόοδο των ελληνικών περιφερειών, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να συνδυάσουμε το μακροπρόθεσμο με το άμεσο καθώς ωραία τα μακροπρόθεσμα σχέδια αλλά οι πολίτες ζητούν λύσεις τώρα στα προβλήματά τους», σημείωσε ο περιφερειάρχης Πελοποννήσου, Δημήτρης Πτωχός που εστίασε στην ανάγκη εκπόνησης κεντρικού σχεδιασμού για την επίλυση των ζητημάτων που προκύπτουν αλλά και στην αποκέντρωση. «Δεν πρέπει οι περιφέρειες να περιορίζονται απλά στην διαχείριση πόρων», ανέφερε.

«Ζήτημα εθνικής επιβίωσης»

Ζήτημα εθνικής επιβίωσης χαρακτήρισε τον παραγωγικό και ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας, με την ενεργό συμμετοχή των περιφερειών, η Λούκα Κατσέλη, Ομότιμη Καθηγήτρια, πρώην Υπουργός. «Πρέπει επειγόντως να υποκαταστήσουμε τις εισαγωγές με τις εξαγωγές, αυτή την στιγμή πέρα από τουρισμό και ακίνητα παρατηρείται επενδυτική αδράνεια», σημείωσε.

«Δάνεια πάνω από 220 εκατ. ευρώ»

Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα θα διαθέσει από το Ταμείο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (Ταμείο Εγγυήσεων), με ευνοϊκά επιτόκια και μερική επιδότηση επιτοκίου, δάνεια 70 εκατ. ευρώ σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αντίστοιχα δάνεια 150 εκατ. ευρώ σε μεγάλες επιχειρήσεις, όπως ανέφερε η διευθύνουσα σύμβουλος της ΕΑΤ, Ισμήνη Παπακυρίλλου.

Αναλυτικά η έρευνα του ΙΟΒΕ: